Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ...

Δυνατός χαρακτήρας δεν ήταν ποτέ. Δύσκολα θα έλεγε όχι εάν απέναντί του στεκόταν κάποιος με αποφασιστικό χαρακτήρα. Αρκούσε τότε μια μικρή δόση επιμονής από τον άλλον για να συγκατανεύσει ο Μιχάλης.

Όσο εντυπωσιακός έδειχνε έτσι καλογυμνασμένος και μπόλικος που ήτανε, τόσο μαλθακός αποδεικνυόταν όταν είχε ν'αντιμετωπίσει κάποιον με θέληση. Η δική του η θέληση σταμάταγε στο πόσα κιλά πάγκο θα έκανε την επόμενη φορά στο γυμναστήριο, μέχρις εκεί.
Μόλις άκουγε τον συνομιλητή να χρησιμοποιεί λέξεις ακαταλαβίστικες που θυμόταν νάχει ακούσει πριν από χρόνια στο λύκειο από την φιλόλογό του την Κα Πεδιλάτου, η θέλησή του του έλεγε χαμηλόφωνα να συμφωνήσει όσο πιό γρήγορα γίνεται και να τελειώνει.

Βέβαια, η θέλησή του, ουσιαστικά, ήταν εκείνη που τον προστάτευε, αφού τον γλύτωνε από περαιτέρω εξευτελισμό, δεδομένης της διανοητικής του ικανότητας που περιοριζόταν στον υπολογισμό των κουταλιών πρωτεΐνης που θα χρειαζόταν μέχρι να τελειώσει ο κουβάς, οπότε και θάπρεπε να παραγγείλει άλλον. Αυτός ο υπολογισμός ήταν αρκετή πνευματική δραστηριότητα για μια εβδομάδα ακριβώς. Τόσο κράταγε ο κουβάς με το πρωτεϊνούχο ρόφημα.

Είχε δεχτεί λοιπόν αβασάνιστα την πρόταση του Κου Μπάστα, που σαν "γραμματιζούμενος", ήξερε να κάνει την διαταγή του να μοιάζει με πρόταση, στην οποία ο Μιχαλάκης δεν θα μπορούσε παρά να συναινέσει.

"Εσείς, Κύριε Μιχάλη, δεν θα κάνετε τίποτε", του είχε απευθυνθεί στον πληθυντικό ο Θεόφιλος.
Στον πληθυντικό ο Μιχάλης άκουγε να του απευθύνονται μόνον από το τηλέφωνο, οι τράπεζες που ήθελαν να του πουλήσουν κανένα δάνειο.  Δεν κολακευόταν. Σάστιζε. Θαρρούσε πως ο άλλος έβλεπε πάνω του μιαν αξία, που τόσο οι ίδιος όσο και οι άλλοι αγνοούσαν ή αδυνατούσαν να εκτιμήσουν.
Προσπαθούσε τότε να πάρει μια σοβαρή έκφραση, να δείξει πως του άξιζε η τιμή, να δείξει πως πράγματι ανήκε στο επίπεδο που τον τοποθετούσε ο Κος Μπάστας.  Κι' αυτή η σοβαρή έκφραση τον έκανε γελοίο σε επίπεδο τρόμου. Ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε συνομιλητή να μείνει απαθής, χωρίς να γελάσει αθέλητα μπροστά σε μια τέτοια τραγική καρικατούρα. Ο Φρανκενστάιν σε ρόλο δασκάλου, θα μπορούσε να πείσει μερικούς γονείς για το αγαθό των προθέσεών του. Ο Μιχάλης σε ρόλο σοβαρού συνομιλητή θα έπειθε μόνον την γυναίκα του. Η οποία ήταν και η μόνη που μπορούσε να τον κοντράρει σε επίπεδο και ένταση βλακείας.

"Απλώς, θα φροντίσετε να γίνει η συνέλευση και αφήστε τα υπόλοιπα πάνω μου. Θα βρω μια ευκαιρία να αρχίσω να μιλάω και θα πάει η συζήτηση εκεί που πρέπει. " συνέχισε ο Θεόφιλος, έχοντας πλήρη έλεγχο της κατάστασης.
"Δηλαδή για τον κήπο..." έκανε σοβαρός ο Μιχάλης κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών του με σμιγμένα τα φρύδια, σαν να κατανοούσε την βαρύτητα του επικείμενου συμβάντος, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν ήταν και σίγουρος πως είχε καταλάβει σωστά και ήθελε να βεβαιωθεί για το αντικείμενο της έκτακτης συνέλευσης.

"Ναί! Ακριβώς!" είπε ο Θεόφιλος εννοώντας το ακριβώς αντίθετο. Ότι, δηλαδή, σε καμμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να είναι προϊδεασμένοι οι συμμετέχοντες για το θέμα του κήπου, που ήταν το ζουμί της υπόθεσης.
"Αλλά, δεν θα τους πούμε κατ΄ευθείαν για τον κήπο, γιατί τότε δεν θα νοιαστούν και πολύ και δεν πρόκειται να τελειώσουμε ποτέ και θα μπλέξουμε σε ατέλειωτες συζητήσεις", είπε ο Θεόφιλος που ήξερε πως ο Μιχάλης ένα πράγμα έτρεμε και αυτό, ήταν οι συζητήσεις...
"Εμείς, δηλαδή εσείς που είστε και ο Διαχειριστής, θα πείτε πως η πολυκατοικία δεν είναι όσο πρέπει καθαρή και αυτό είναι κάτι που πρέπει να διορθώσουμε και μάλιστα, γρήγορα. Τότε μόνον, θα δείτε εμένα να μπαίνω στην συζήτηση και να κάνω νίξη για τον κήπο" και καταλαβαόινοντας ότι είχε μόλις χρησιμοποιήσει άγνωστη λέξη συμπλήρωσε βιαστικά "Θα φέρω δηλαδή το θέμα στον κήπο και την καθαριότητά του, που όπως και να το κάνουμε, είναι ψιλοχάλια."
Αυτό το "ψιλο" τόχε βάλει επίτηδες, γιατί ήξερε πως θα έκανε τον Μιχάλη να αισθανθεί οικεία, να χαλαρώσει και όχι μόνον να συμφωνήσει, αλλά και να θυμάται τί ακριβώς έπρεπε να κάνει.

Ο σκοπός αγίαζε τα μέσα τώρα περισσότερο από ποτέ. Και ο σκοπός ήταν, τρία ζευγάρια μάτια να παρατηρήσουν με προσοχή τα πρόσωπα των ιδιοκτητών και των ενοίκων την ώρα που ο Θεόφιλος θα απαιτούσε να ανασκαφεί ο κήπος γιατί το έδαφος είναι νεκρό και πιθανότατα μολυσμένο και επικίνδυνο ακόμη και για την υγεία των κατοίκων, αφού τα ρολόγια του νερού από στιγμή σε στιγμή θα μπορούσαν να μολυνθούν από τα απόβλητα των τριγύρω μονοκατοικιών, που έχοντας παληές, κεραμικές αποχετεύσεις, πιθανότατα σπασμένες, άφηναν τα βρωμόνερά τους στους τριγύρω ακάλυπτους, άρα και στον δικό τους. Απίθανο σενάριο, που τόχε εμπνευστεί από έναν φίλο του Πετραλωνιώτη που πλήρωσε μια περιουσία όταν πλημμύρισαν τα υπόγεια της διπλανής πολυκατοικίας εξ'αιτίας της πεισματάρας θείας του, που δεν εννοούσε να παραδεχτεί πως το σπίτι, και άρα και η ίδια, ήταν παληό και ήθελε επισκευή.

Αυτή την συνέλευση έβλεπε σαν πρώτο βήμα για να αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Τί άλλο να έκανε. Να καλούσε την αστυνομία; Ετσι και βρισκόταν τίποτε, θα μαζευόταν οι τηλεοράσεις και θα γινόταν τόσος ντόρος που θα τους έβγαινε ξινό. Και θα μαγαριζόταν η πολυκατοικία μια για πάντα. Και θα έπρεπε να περιμένει να ξεχαστεί μετά από πολλά χρόνια η υπόθεση για να μπορέσει επιτέλους να πουλήσει το κωλόσπιτο και να φύγει για πολύ συγκεκριμένο προορισμό που είχε εδώ και χρόνια στο μυαλό του.
Να φύγει και να χαθεί από γνωστούς κι'αγνώστους, από εχθρούς και φίλους...
 
Και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Θεόφιλος βαθειά μέσα του, στην δική του, κατάδική του κόλαση της καχυποψίας, απλώς ήλπιζε ότι, τα άλλα δύο ζευγάρια μάτια, εκτός απ΄ τα δικά του, της Πολυξένης και της Αρτεμισίας δηλαδή, δεν ανήκαν σε κάποιον από τους υπόπτους της υπόθεσης...







Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ένας υπέροχος άνθρωπος


Η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. 
Δεν μοιάζουμε σαν χαρακτήρες, αλλά, αυτό δεν με εμποδίζει να παραδεχτώ ότι είναι καλύτερος άνθρωπος από μένα. 

Απ΄την αρχή φάνηκε η διαφορά μεταξύ μας και νομιζω πως και ‘κεινη με το περίφημο στους κύκλους της οικογένειας διαδακτορικό, συμβιβάστηκε με έναν σύζυγο του δημοτικού, που θα της ήταν όμως πιστός και θα της εξασφάλιζε τα απαραίτητα. Αν και απαραίτητα δεν ήταν όλα όσα ζητάει η γυναίκα μου. 

Και λιγότερο απαραίτητο είναι το μαγαζί που της άνοιξα όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη και τους νέους καλλιτέχνες. Τέλος πάντων, της αναγνωρίζω την ανατροφή που έχει δώσει στα παιδιά. Αν είχαν εμένα σαν παράδειγμα θα ήταν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Το αυτοκίνητο, ο δρόμος, η κούραση, οι πελάτες, δεν σ’αφήνουν την ευκαιρία να πάς σε πιό «ποιοτικούς» δρόμους. Πέφτεις μέσα στα σκυλοτράγουδα και στις μεταγραφές και τις διαιτησίες πριν το πάρεις χαμπάρι. Ξεκινάς για χαβαλέ, για να γελάς λίγο, για νάχεις μια παρέα που σε κάνει να ξεχνιέσαι και μετά, έχεις γίνει ένα πράγμα με το αντιϊδρωτικό κάλυμμα, χυμένος επάνω στο τιμόνι, σταυρωμένος στο λεβιέ των ταχυτήτων. Τί παιδί να αναθρέψεις, τί να του πεις; «Κύττα, κορίτσι μου, μη γίνεις πουτάνα και πρόσεχε παλλικάρι μου, μη γίνεις πούστης...». Αυτή την διαπαιδαγώγηση θα τους έδινα εγώ και ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο του γιού όταν θα πρωτογάμαγε. Χέσε και φασκέλωστα δηλαδή...
Ευτυχώς η Όλγα καλύπτει όλο αυτό το δικό μου τίποτα και μάλιστ, διακριτικά, χωρίς να με προσβάλλει ποτέ, είτε με την στάση της είτε με τα λόγια της. Και δεν έχω παράπονο ούτε για τις ιδιωτικές μας στιγμές. Δε λέω περισσότερα γι’αυτό το θέμα. Δεν είμαι καλλιεργημένος και δεν ξέρω πού σταματάει η οικειότητα και πού αρχίζει η προστυχιά, προτιμάω λοιπόν, να μη πω άλλα.
Αλλά, αυτό που είχαν από μικρός, μου βγήκε και στον γάμο μου. Είχα μάθει μόνος μου και ποτέ δεν κατάφερα να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι. Μιά φορά, έξι-εφτά χρονών θάμουνα, μεσα στο καταχείμωνο, με είχαν βάλει να κοιμηθώ με τον ξάδερφό μου τον Νώντα στο κρεββάτι των γονιών του. Είχαν ένα γλέντι και για να μην ξενυχτήσουμε εμείς τα μικρά, μας έβαλαν στο διπλό κρεββάτι της θείας και του θείου. Ε, μόλις αποκοιμήθηκε ο Νώντας, γύρισα κι΄έπεσα στο παρκέ, κατάχαμα. Πιότερο μ’ένοιαζε το σώμα δίπλα μου που δεν άντεχα να το νιώθω, παρά το κρύο. Μετά που αρραβωνιστήκαμε με την Όλγα τής έκαμα εξήγηση, το και το, δεν είναι που δεν σε θέλω, αυτό τόξερε πως δεν ίσχυε, είναι που δεν μπορώ. Μπορεί να με πιάσουν και κλάμματα άμα μ΄αναγκάσεις να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι.
Γι’αυτό έχουμε χωριστές κάμαρες. Και τα παιδιά έχουν το καθένα δικο του δωμάτιο. Θα πεις αυτά είναι και μεγάλα και είναι δύσκολα να αλλάζουν τόνα εμπρός στο άλλο, να τυρρανιώνται όσο νάναι στη δύσκολη ηλικία. Εγώ, για την ακρίβεια, κοιμάμαι στο σαλόνι. Με βολεύει ο καναπές. Και τα παιδιά ξέρουν πως έχω περίεργα ωράρια και πέφτω στον καναπέ για να μην ενοχλώ την μάνα τους. Έχουν αυτά τις δικές τους έννοιες τώρα, τα φροντιστήρια, τα αγγλικά, το άλλο φύλο, δεν πολυασχολούνται με μας. Η Σοφίτσα φέρνει και κείνο το παλλικαράκι στο σπίτι πολλές φορές, τον Στλιο και καμμιά φορά μένει και εδώ. Από το να γυρνάνε στα παληοξενοδοχεία, καλύτερα...
 
Το δωμάτιο της γυναίκας μου πάλι, βλέπει πίσω, στον ακάλυπτο. Και επειδή δεν έχει να σηκώνεται νωρίς, κάθεται μέχρι αργά, χειμώνα –καλοκαίρι και πίνει ένα ποτό έξω στο μπαλκόνι. Έχει τώρα τρεις μέρες, που αν και δεν πέφτει νωρίς, δεν βγαίνει και στο μπαλκόνι. Τη ακούω να περπατάει μέσα στο δωμάτιό της με χαμηλά την μουσική και θάθελα να ξέρω γιατί, μα ντρέπομαι είναι η αλήθεια. Ίσως να αποφεύγει κάποιον ενοχλητικό σε απέναντι μπαλκόνι, ίσως πάλι να έχει βαρεθεί την γειτονιά που μένουμε, μα όπως και νάχει ντρέπομαι και να ρωτήσω και ντρέπομαι να ακούσω και την απάντηση, που μπορεί να θίγει τις δυνατότητές μας.

Ή μπορεί να φοβάμαι κιόλας να ρωτήσω. Φοβάμαι μήπως ανακαλύψω κάποιον ίσκιο στα μάτια της, τον ίσκιο κανενός άλλου. Μπορεί να έχει ό,τι θέλει. Εγώ δεν αντέχω να το ξέρω. εγώ ξέρω πως η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και έτσι θέλω να μείνει η εικόνα της στο μυαλό μου. Και αφού εκείνη είναι η μορφωμένη, ας επιλέξει πότε θα μου πει αυτά που έχει να μου πει, όταν θα τάχει έτοιμα για να μου τα πει.