Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ο ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡ

Ο φρεσκοψημένος καφές γέμισε το διαμέρισμα με την έντονη μυρωδιά του και τα τελευταία ρεψίματα της καφετιέρας σήκωσαν απ΄τον καναπέ την Σοφία, που  φορώντας ακόμη το κοντό της σορτσάκι παρά το προχωρημένο φθινόπωρο, πήγε προς την κουζίνα για να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ.

Ο Στέλιος είχε φύγει από ώρα γιατί είχε διάβασμα για την εξεταστική του που δεν πεπαιρνε άλλες αναβολές. Ήταν αναγκασμένος εδώ και χρόνια να δουλεύει και να σπουδάζει παράλληλα και αυτό είχε πάει πίσω αρκετά τα  χρωστούμενα μαθήματα. Ευτυχώς, είχε τη στήριξη των δικών του και δεν τον πείραζε και τόσο που είχε μείνει μόνος χωρίς πτυχίο από την ειδικότητά του.
Οι άλλοι του τμήματός του είχαν από καιρό τελειώσει και δεν έχαναν ευκαιρία να περνούν από το ταχυφαγείο που εργαζόταν και να τον τσιγκλάνε με τον τρόπο τους.
Αλλά, ο Στέλιος ήταν εντάξει με την συνείδησή του και εφάρμοζε αυτό που έλεγε "ψυχολογικό τζούντο", τους έπιανε δηλαδή με την ορμή τους και τους πέταγε στο πλάι, δεν έφερνε καμμιά αντίρρηση στα λόγια τους, αντιθέτως έπαιρνε τα πειράγματα και τα έκανε μεγαλύτερα, οπότε η επίθεση έχανε τον στόχο της.

Πίσω στο σπίτι της Σοφίας, που στο μεταξύ πρόλαβε να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ, η αμηχανία μεγάλωνε. Η Σοφία είχε μια περίεργη αίσθηση του εαυτού της. Ήταν απολύτως ειλικρινής με τα αισθήματά της και δεν κρυβόταν από τον ίδιο της τον εαυτό. Ήξερε πώς ένιωθε, τί ένιωθε και για ποιόν λόγο ακριβώς. Ήξερε πως το κοντό σορτσάκι, για παράδειγμα,  ήταν μιά άρνηση του χειμώνα μεταφορικά και πραγματικά. Επίσης, ήξερε πως της άρεσε το ότι ο Στέλιος, παρά τα τρία χρόνια που ήταν μαζί, ήθελε κάτι να κρατάει την σχέση ζεστή.

Έτσι, και ιδού η πηγή της αμηχανίας της, η Σοφία, με τις ίδιες ενδοσκοπικές ικανότητες, είχε διαγνώσει πόσο της άρεσε να μιλάει, να συναναστρέφεται θάταν πιό σωστό να πει κανείς, με τον κύριο Θεόφιλο. Οι εργένηδες σπανίως διεγείρουν την φαντασία των γυναικών και μάλιστα, των δικών της κυβικών. Αλλά, ο κύριος Θεόφιλος ήταν εντελώς διαφορετικός.
Είχε μιαν απόσταση από τα δυνατά της σημεία, σαν να μην τον ένοιαζε το πόσο γυναίκα ήταν και μάλιστα, ήταν σαφές ότι του άρεσαν οι γυναίκες, είχε δει πώς γλύκαινε το πρόσωπό του όταν μίλαγε στην Πολυξένη για παράδειγμα.

Τότε τί ήταν... Μήπως το ότι είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας..; Αλλά, αυτό ακριβώς ήταν που έκανε την Σοφία να έλκεται από τον Θεόφιλο. Ήταν ένας άντρας με την ωριμότητα του πατέρα της, το σοφιστικέ στύλ του καθηγητή της των Ιταλικών και χωρίς καθόλου από την αδεξιότητα του Στέλιου, που όσο και να το κάνεις, είχε την ορμή που χρειαζόταν οριζοντίως, αλλά τούλειπε αυτό το κάτι στους τρόπους.

Και τέλος, η Σοφία εύρισκε ότι, η μοναχικότητα του κυρίου Θεόφιλου δεν ήταν στείρα. Είχε φτιάξει τον κόσμο του, το αποκλειστικό του περιβάλλον, με τα βιβλία του, τις μουσικές του, τις ασχολίες του και ήταν αυτάρκης μέσα σ΄αυτόν. Μ' άλλα λόγια ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, που είχε όμως, αποφασίσει να μένει μόνος του.
Όσο για το άλλο, η Σοφία προσπαθούσε να τον φανταστεί το βράδυ, όταν όλη η πολυκατοικία ησύχαζε και δεν υπήρχε ψυχή στους κοινόχρηστους χώρους, να δέχεται την επίσκεψη μιας ξεχωριστής συντροφιάς. Από την μισάνοιχτη πόρτα βγαίνουν οι χαμηλές νότες μιας απαλής τζαζ, ο Θεόφιλος στέκεται στο ημίφως με ένα ποτήρι ακριβό malt στο χέρι, υποδέχεται μ' ένα πλατύ χαμόγελο ένα θηλυκό αιλουροειδές, που τον χαιρετά μ' ένα φιλί στο μάγουλο και χάνονται κι' οι δυό πίσω από την πόρτα που κλείνει αργά.
Η Σοφία θάθελε πολύ νάναι αυτή εκείνο το αιλοουροειδές, που ακουμπάει την τσάντα της στο τραπέζι τιυ σαλονιού και σταυρώνει φιλάρεσκα τα πόδια της στον καναπέ του Θεόφιλου κρατώντας το ποτό της με τα δυό χέρια, ζητώντας λίγο νερό, έτσι, για να τον βάλει να κάνει κάτι γι΄αυτήν...

Ως εδώ. Θα πήγαινε να του μιλήσει. Αφορμή υπήρχε, εκείνο το θέμα με την αλλαγή του ασανσέρ, που ο Θεόφιλος είχε την εμπειρία και την οργανωτικότητα να το κανονίσει.
Άλλαξε στα γρήγορα το χιλιοφορεμένο σορτσάκι μ΄ ένα εφαρμοστό τζην και κίνησε προς την πόρτα. Έπιασε το χερούλι και σταμάτησε. Γύρισε πίσω, πέταξε το τζην και φόρεσε ένα γκρί πρόχειρο φόρεμα. έλυσε τα μαλλιά της και τράβηξε την πόρτα πίσω της.





Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΦΟΒΟΣ!!!

Ο Ανέστης Μιρμίτζογλου ήταν αυτό που λέμε εριστικός άνθρωπος.   Την κάθε του κοινωνική, λέμε τώρα, επαφή την αντιμετώπιζε σαν πολεμική συμπλοκή και είχε εφεύρει κανόνες εμπλοκής βασισμένους σε τεχνικές που εφαρμόζουν οι δικηγόροι στις δικαστικές αίθουσες.
Ένοιωθε σχεδόν πάντα αυτοπεποίθηση στις συζητήσεις του. Μια αυτοπεποίθηση  που του προσέφερε η αγένειά του, η σχεδόν τσαμπουκαλίδικη επιθετικότητά του και η  επίκληση  στις κουβέντες του ανύπαρκτων νόμων και αμφιβόλου ορθότητας νομικών γνωμικών που υποστήριζε με σθένος εκμεταλλευόμενος την επαγγελματική του ιδιότητα. Γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο, αν και ποτέ δεν έμπαινε στον κόπο να διορθώσει εκείνους που εσφαλμένα νόμιζαν ότι ήταν πραγματικός δικηγόρος. Ο αέρας της αλαζονείας του, δημιουργούσε συχνά τέτοιου είδους εντυπώσεις.
Σήμερα όμως ένοιωθε ταπεινωμένος. Είχε ηττηθεί. Είχε χάσει την μάχη και μάλιστα από ποιόν; Από τον Θεόφιλο, τον κύριο Τίποτα.
Αυτό το ανθρωπάκι σήκωσε το ανάστημά του και έγινε απειλητικό θεριό. "Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!"  Οι λέξεις δεν ξεκόλαγαν από το μυαλό του. Ειχαν αποκτήσει τεράστιο βάρος στη ζυγαριά του φόβου του, ίσως γιατί ειπώθηκαν από το συγκεκριμένο στόμα. Ισως γιατί ειπώθηκαν την συγκεκριμένη στιγμή. Ισως γιατί δυό βράδυα νωρίτερα είχε ακούσει, αυτά που είχε ακούσει, εκεί κάτω στον ακάλυπτο. Δεν είχε δώσει σημασία τότε αλλά του κίνησαν την περιέργεια. Ποιοι μιλούσαν ψιθυριστά μέσα στη μαύρη νύχτα στον ακάλυπτο; Τι θόρυβοι ήταν αυτοί;
«... θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!!!» Ολόκληρη  η περιέργια της προχθεσινης βραδυάς μετατράπηκε σε τόσο μεγάλο  φόβος που ποτέ δεν φαντάστηκε ότι μπορεί να νοιώσει μεσα σε επτά λέξεις και ένα βλέμα. Και το σπάσιμο της τζαμόπορτας λιγό μετά που είχε φύγει, δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Ηταν υπενθύμιση  της απειλής.
Φοβόταν. Φοβόταν πολύ!!!