Κουδούνι! Αυτό δεν θα συνέβαινε ούτε στο πιό φτηνό μυθιστόρημα, να χτυπήσει το κουδούνι πάνω που η Πολυξένη ετοιμαζόταν να έρθει λίιιιγο πιό κοντά και να ανοίξει έστω και μια τόση δα πορτούλα στις καλημέρες τους.
Ζήτησε μια ξερή συγγνώμη, αφήνοντας να φανεί το μέγεθος της στενοχώριας του για την διακοπή και πήγε προς την πόρτα. Τράβηξε αργά αργά το χερούλι προσπαθώντας να καταστήσει σαφές ότι, δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή και στο κάτω-κάτω, το κουδούνι του δεν χτύπαγε σχεδόν ποτέ και τώρα, πάνω που το πρώτο χτύπημα πήγε να βγάλει λαυράκι, νάσου και το δεύτερο που χάλαγε το πρώτο...
Και τα πράγματα έγιναν σαφώς χειρότερα όταν στο άνοιγμα της πόρτας, κάτω από την αναιμική λάμπα του διαδρόμου, πρόβαλε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας από τον πρώτο.
"Κύριε Μπάστα, καλησπέρα!" είπε και προχώρησε στο χωλάκι από το κενό που είχε αφήσει ο Θεόφιλος μέσα στην σαστιμάρα του. "Ξέρω, δεν σας έχω συνηθίσει σε επισκέψεις, αλλά, ειναι κάτι που θέλω να μάθετε.." είπε χαμηλώνοντας την φωνή και σκύβοντας συνωμοτικά προς το μέρος του σαν προξενήτρα. Πέρα όμως από την αυθόρμητη αντιπάθει απου γεννούσε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας, έμοιαζε πως κάτι πραγματικά συνέβαινε.
Τί στην ευχή, κι'άλλη μια που έχει κάτι να εκμηστυρευτεί και μάλιστα, σε μένα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος. Δύο σ'ένα βράδυ ήταν παραδόξως πολλές...
"Μα.. ξέρετε, εγώ δεν έχω κάποια αρμοδιότητα..." μουρμούρισε ο Θεόφιλος "σχεδόν σε ο,τιδήποτε, και άρα... τί.."
"Κύριε Μπάστα, είστε υπεύθυνος άνθρωπος και μόνο σε σας μπορώ να μιλήσω", απάντησε κοφτά η Αρτεμισία. "Κι' έπειτα, είναι και η εμπλοκή σας στα θέματα του κήπου, που σας θέτει στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος".
Νάσου πάλι ο κήπος στη μέση και προβλέπω να μου βγούν ξυνά τα σκαλίσματα και τα φυτέματα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος, που θάθελε να ξεφορτωθεί την κυρούλα το συντομώτερο δυνατόν.
"Μην στέκομαι μεσ' τη μέση..." έκανε η κυρία Αρτεμισία και προχώρησε προς το σαλονάκι και εκείνη την στιγμή ακριβώς, ο Θεόφιλος πριν προλάβει να την σταματήσει, θυμήθηκε την Πολυξένη...
Ήταν αργά... Η Αρτεμισία είχε έρθει φάτσα με την Πολυξένη που στο μεταξύ, είχε την ευφυία να σηκωθεί από τον καναπέ και είχε χαιρετήσει πρώτη την κυρία Αρτεμισία:
"Αρτεμισία μου, καλησπέρα, τί μου κάνεις...", μα η Αρτεμισία είχε μείνει κάγκελο και φάνηκε τόσο πολύ, σαν λεκές σε νυφικό.
"Καλησπέρα, Πολυξένη, καλησπέρα.... Δεν ήξερα πως..." και έδειξε προς τη μεριά του Θεόφιλου, που έκλεινε την πόρτα και ακολουθούσε με το κεφάλι σκυμμένο, παρατηρώντας μόλις εκείνη την στιγμή το ωραίο γκρί φόρεμα της Πολυξένης, που έφτανε όμως, μόλις λίγο πάνω από το γόνατο και αμέσως ευχήθηκε να μην έπεφτε το βλέμμα της κυρίας Αρτεμισίας εκεί...
"Είχα έρθει στον κύριο Μπάστα για ένα θέμα που θα πρέπει να είναι ενήμερος" συνέχισε η Πολυξένη με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Και πέρασε στην αντεπίθεση χωρίς να αφήσει περιθώριο αντίδρασης: "Κι'εσείς, πώς από 'δω..;"
Κύττα φίλε μου, που είμαι παρατηρητής των γεγονότων μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, σκέφτηκε ο Θεόφιλος.
"Μα και 'γω, έτσι σκέφτηκα ακριβώς, πως υπάρχει ένα συμβάν που θα έπρεπε να γνωρίζει,,,"
"...επειδή ασχολούμαι με τον κήπο..." μονολόγησε ο Θεόφιλος κουνώντας το κεφάλι του.
"Ακριβώς!" απάντησαν και οι δύο μαζί. Κυττάχτηκαν και γέλασαν συγκρατημένα.
"Λοιπόν, ξεκινάω πρώτη" είπε η Αρτεμισία χαμηλώνοντας τα μάτια, δείχνοντας έτσι την πρόθεσή της
να αποχωρήσει και να αφήσει τους δύο νεώτερους μόνους. "Προχτἐς το βράδυ που λέτε, γύρω στις τρεισίμιση άκουσα έναν θόρυβο στον κήπο. Θα μου πεις, τί γυρεύεις τέτοιαν ώρα ξυπνητή Αρτεμισία; Μένω όμως μόνη μου και ο ακάλυπτος που βλέπει το σπίτι, με φοβίζει. Μόλις λοιπόν, ξυπνήσω μα για νερό μα για τουαλέτα, πετάγομαι και μέχρι την κουζίνα να ρίξω μια ματιά κάτω. Έχω παρακαλέσει χίλιες φορές να βαλουν μια λάμπα στον ακάλυπτο, να ανάβει μόλις πέφτει ο ήλιος, μα τίποτα... Τέλος πάντων, ακούω κάτι σαν σκάψιμο, σαν χώμα που ανασκαλεύεται, είναι και το μπαλκόνι μου πανω ακριβώς από τον κήπο, ακούγονται τα πάντα πεντακάθαρα. Ανατρίχιασα..." είπε και ανατρίχιασε και μαζί ανατρίχιασαν και οι άλλοι.
"Δεν βγήκα στο μπαλκόνι, φοβήθηκα, έμεινα ακίνητη και προσπαθούσα να αφουγκραστώ μην ακούσω καμμιά ομιλία, κάτι άλλο χαρακτηριστικό, ένα σημάδι. Όμως, τίποτα... Το χώμα έπεφτε για πάνω από μισήν ώρα από την ώρα που ξύπνησα, μα δεν ακούστηκε τίποτε άλλο, σαν να'τανε φαντάσματα" , είπε και ανατρίχιασε ξανά και ανατρίχιασαν ξανά και οι άλλοι.
Ο Θεόφιλος δεν ήθελε να πιστέψει πως όλ' αυτά ήταν αλήθεια, όλα μαζί σήμερα, όλα... Έμοιαζε με Αγκάθα Κρίστι και δεν του άρεσε καθόλου. Ή μάλλον, τού άρεσε να το διαβάζει, μα δεν είπε ποτές του πως θάθελε και να το ζήσει... Γύρισε να δει την Πολυξένη. Είδε ένα πρόσωπο πανιασμένο, λευκό σαν γιαπωνέζικης κούκλας, με τα μάγουλα νάχουν κρεμάσει, τα μάτια ολοστρόγγυλα να κυττάνε το κενό.
"Κυρία Πολυξένη, είστε καλά;" ρώτησε και την έπιασε απ' τον αγκώνα.
"Καλά είμαι...." είπε 'κείνη, "Αλλά, δεν μ'αρέσει αυτό που ζω..." συμπλήρωσε πριν σωριαστεί στον καναπέ. "Καλά είμαι... Καλά είμαι...", ξανάπε ""Μόνο που αυτό που έχω να πω με κάνει χάλια..."
Ο Θεόφιλος και η κυρία Αρτεμισία πλησίασαν:
"Τί'ναι , Πολυξένη μου;" ρώτησε η Αρτεμισία βάζοντας και το "μου" για να τονίσει την παληά φιλία που είχε ψιλοπαγώσει σαν την βρήκε στο διαμέρισμα του εργένη τέτοιαν ώρα, ντυμένη τόσο ωραία και, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσε να τής ειχε πει κάτι, να μην την άφηνε στα σκοτάδια...
"Θεόφιλε,....κύριε Μπάστα, θέλω να πώ.... Προχτές το βράδυ γυρνώντας με το ταξί από το θέατρο, που είχα πάει με μια φίλη μου," συμπλήρωσε, μην ξεχνώντας πως ήταν γυναίκα μόνη και πως αυτό δεν ήταν καθόλου καλό, "Είδα μπροστά μου δύο άτομα να έχουν ανέβει την σκάλα της πολυκατοικίας κουβαλώντας ένα μεγάλο σάκκο." Ανατρίχιασαν όλοι μαζί. "Μέχρι να ανοίξω την πόρτα και να μπω, ειχαν εξαφανιστεί. Κύτταξα το ασανσέρ, Το φως έδειχνε πως ήταν στον τρίτο, μα αυτοί, όποιοι κι' αν ήταν, δεν είχαν πάρει το ασανσέρ, δεν θα προλάβαιναν να είναι στον τρίτο, ερχόμουν ακριβώς πίσω τους... Τότε πήρε το μάτι μου στην πόρτα του υπογείου ένα φως που τρεμόπαιζε. Φοβήθηκα τόσο πολύ, που ανέβηκα με τα πόδια στον δεύτερο..."
Κυττάχτηκαν όλοι μαζί. Η κυρία Αρτεμισία κάθησε:
"Ωραία... Πώς κατεβαίνω εγώ τώρα στον πρώτο..."
Και πού νάξερες την συνέχεια, σκέφτηκε ο Θεόφιλος...
Ζήτησε μια ξερή συγγνώμη, αφήνοντας να φανεί το μέγεθος της στενοχώριας του για την διακοπή και πήγε προς την πόρτα. Τράβηξε αργά αργά το χερούλι προσπαθώντας να καταστήσει σαφές ότι, δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή και στο κάτω-κάτω, το κουδούνι του δεν χτύπαγε σχεδόν ποτέ και τώρα, πάνω που το πρώτο χτύπημα πήγε να βγάλει λαυράκι, νάσου και το δεύτερο που χάλαγε το πρώτο...
Και τα πράγματα έγιναν σαφώς χειρότερα όταν στο άνοιγμα της πόρτας, κάτω από την αναιμική λάμπα του διαδρόμου, πρόβαλε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας από τον πρώτο.
"Κύριε Μπάστα, καλησπέρα!" είπε και προχώρησε στο χωλάκι από το κενό που είχε αφήσει ο Θεόφιλος μέσα στην σαστιμάρα του. "Ξέρω, δεν σας έχω συνηθίσει σε επισκέψεις, αλλά, ειναι κάτι που θέλω να μάθετε.." είπε χαμηλώνοντας την φωνή και σκύβοντας συνωμοτικά προς το μέρος του σαν προξενήτρα. Πέρα όμως από την αυθόρμητη αντιπάθει απου γεννούσε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας, έμοιαζε πως κάτι πραγματικά συνέβαινε.
Τί στην ευχή, κι'άλλη μια που έχει κάτι να εκμηστυρευτεί και μάλιστα, σε μένα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος. Δύο σ'ένα βράδυ ήταν παραδόξως πολλές...
"Μα.. ξέρετε, εγώ δεν έχω κάποια αρμοδιότητα..." μουρμούρισε ο Θεόφιλος "σχεδόν σε ο,τιδήποτε, και άρα... τί.."
"Κύριε Μπάστα, είστε υπεύθυνος άνθρωπος και μόνο σε σας μπορώ να μιλήσω", απάντησε κοφτά η Αρτεμισία. "Κι' έπειτα, είναι και η εμπλοκή σας στα θέματα του κήπου, που σας θέτει στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος".
Νάσου πάλι ο κήπος στη μέση και προβλέπω να μου βγούν ξυνά τα σκαλίσματα και τα φυτέματα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος, που θάθελε να ξεφορτωθεί την κυρούλα το συντομώτερο δυνατόν.
"Μην στέκομαι μεσ' τη μέση..." έκανε η κυρία Αρτεμισία και προχώρησε προς το σαλονάκι και εκείνη την στιγμή ακριβώς, ο Θεόφιλος πριν προλάβει να την σταματήσει, θυμήθηκε την Πολυξένη...
Ήταν αργά... Η Αρτεμισία είχε έρθει φάτσα με την Πολυξένη που στο μεταξύ, είχε την ευφυία να σηκωθεί από τον καναπέ και είχε χαιρετήσει πρώτη την κυρία Αρτεμισία:
"Αρτεμισία μου, καλησπέρα, τί μου κάνεις...", μα η Αρτεμισία είχε μείνει κάγκελο και φάνηκε τόσο πολύ, σαν λεκές σε νυφικό.
"Καλησπέρα, Πολυξένη, καλησπέρα.... Δεν ήξερα πως..." και έδειξε προς τη μεριά του Θεόφιλου, που έκλεινε την πόρτα και ακολουθούσε με το κεφάλι σκυμμένο, παρατηρώντας μόλις εκείνη την στιγμή το ωραίο γκρί φόρεμα της Πολυξένης, που έφτανε όμως, μόλις λίγο πάνω από το γόνατο και αμέσως ευχήθηκε να μην έπεφτε το βλέμμα της κυρίας Αρτεμισίας εκεί...
"Είχα έρθει στον κύριο Μπάστα για ένα θέμα που θα πρέπει να είναι ενήμερος" συνέχισε η Πολυξένη με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Και πέρασε στην αντεπίθεση χωρίς να αφήσει περιθώριο αντίδρασης: "Κι'εσείς, πώς από 'δω..;"
Κύττα φίλε μου, που είμαι παρατηρητής των γεγονότων μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, σκέφτηκε ο Θεόφιλος.
"Μα και 'γω, έτσι σκέφτηκα ακριβώς, πως υπάρχει ένα συμβάν που θα έπρεπε να γνωρίζει,,,"
"...επειδή ασχολούμαι με τον κήπο..." μονολόγησε ο Θεόφιλος κουνώντας το κεφάλι του.
"Ακριβώς!" απάντησαν και οι δύο μαζί. Κυττάχτηκαν και γέλασαν συγκρατημένα.
"Λοιπόν, ξεκινάω πρώτη" είπε η Αρτεμισία χαμηλώνοντας τα μάτια, δείχνοντας έτσι την πρόθεσή της
να αποχωρήσει και να αφήσει τους δύο νεώτερους μόνους. "Προχτἐς το βράδυ που λέτε, γύρω στις τρεισίμιση άκουσα έναν θόρυβο στον κήπο. Θα μου πεις, τί γυρεύεις τέτοιαν ώρα ξυπνητή Αρτεμισία; Μένω όμως μόνη μου και ο ακάλυπτος που βλέπει το σπίτι, με φοβίζει. Μόλις λοιπόν, ξυπνήσω μα για νερό μα για τουαλέτα, πετάγομαι και μέχρι την κουζίνα να ρίξω μια ματιά κάτω. Έχω παρακαλέσει χίλιες φορές να βαλουν μια λάμπα στον ακάλυπτο, να ανάβει μόλις πέφτει ο ήλιος, μα τίποτα... Τέλος πάντων, ακούω κάτι σαν σκάψιμο, σαν χώμα που ανασκαλεύεται, είναι και το μπαλκόνι μου πανω ακριβώς από τον κήπο, ακούγονται τα πάντα πεντακάθαρα. Ανατρίχιασα..." είπε και ανατρίχιασε και μαζί ανατρίχιασαν και οι άλλοι.
"Δεν βγήκα στο μπαλκόνι, φοβήθηκα, έμεινα ακίνητη και προσπαθούσα να αφουγκραστώ μην ακούσω καμμιά ομιλία, κάτι άλλο χαρακτηριστικό, ένα σημάδι. Όμως, τίποτα... Το χώμα έπεφτε για πάνω από μισήν ώρα από την ώρα που ξύπνησα, μα δεν ακούστηκε τίποτε άλλο, σαν να'τανε φαντάσματα" , είπε και ανατρίχιασε ξανά και ανατρίχιασαν ξανά και οι άλλοι.
Ο Θεόφιλος δεν ήθελε να πιστέψει πως όλ' αυτά ήταν αλήθεια, όλα μαζί σήμερα, όλα... Έμοιαζε με Αγκάθα Κρίστι και δεν του άρεσε καθόλου. Ή μάλλον, τού άρεσε να το διαβάζει, μα δεν είπε ποτές του πως θάθελε και να το ζήσει... Γύρισε να δει την Πολυξένη. Είδε ένα πρόσωπο πανιασμένο, λευκό σαν γιαπωνέζικης κούκλας, με τα μάγουλα νάχουν κρεμάσει, τα μάτια ολοστρόγγυλα να κυττάνε το κενό.
"Κυρία Πολυξένη, είστε καλά;" ρώτησε και την έπιασε απ' τον αγκώνα.
"Καλά είμαι...." είπε 'κείνη, "Αλλά, δεν μ'αρέσει αυτό που ζω..." συμπλήρωσε πριν σωριαστεί στον καναπέ. "Καλά είμαι... Καλά είμαι...", ξανάπε ""Μόνο που αυτό που έχω να πω με κάνει χάλια..."
Ο Θεόφιλος και η κυρία Αρτεμισία πλησίασαν:
"Τί'ναι , Πολυξένη μου;" ρώτησε η Αρτεμισία βάζοντας και το "μου" για να τονίσει την παληά φιλία που είχε ψιλοπαγώσει σαν την βρήκε στο διαμέρισμα του εργένη τέτοιαν ώρα, ντυμένη τόσο ωραία και, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσε να τής ειχε πει κάτι, να μην την άφηνε στα σκοτάδια...
"Θεόφιλε,....κύριε Μπάστα, θέλω να πώ.... Προχτές το βράδυ γυρνώντας με το ταξί από το θέατρο, που είχα πάει με μια φίλη μου," συμπλήρωσε, μην ξεχνώντας πως ήταν γυναίκα μόνη και πως αυτό δεν ήταν καθόλου καλό, "Είδα μπροστά μου δύο άτομα να έχουν ανέβει την σκάλα της πολυκατοικίας κουβαλώντας ένα μεγάλο σάκκο." Ανατρίχιασαν όλοι μαζί. "Μέχρι να ανοίξω την πόρτα και να μπω, ειχαν εξαφανιστεί. Κύτταξα το ασανσέρ, Το φως έδειχνε πως ήταν στον τρίτο, μα αυτοί, όποιοι κι' αν ήταν, δεν είχαν πάρει το ασανσέρ, δεν θα προλάβαιναν να είναι στον τρίτο, ερχόμουν ακριβώς πίσω τους... Τότε πήρε το μάτι μου στην πόρτα του υπογείου ένα φως που τρεμόπαιζε. Φοβήθηκα τόσο πολύ, που ανέβηκα με τα πόδια στον δεύτερο..."
Κυττάχτηκαν όλοι μαζί. Η κυρία Αρτεμισία κάθησε:
"Ωραία... Πώς κατεβαίνω εγώ τώρα στον πρώτο..."
Και πού νάξερες την συνέχεια, σκέφτηκε ο Θεόφιλος...