Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ΟΣΜΗ ΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟΣΚΑΜΜΕΝΟ ΧΩΜΑ


«Βρε...που καταπιάστηκα να σκαρφίζομαι σενάρια και υποθέσεις σαν άλλος Μαρής...». Δεν ήξερε πολλά για το Μαρή, κάτι σκόρπια λόγια είχε πιάσει κάποτε από μια αεροσυζήτηση της αμπελοφιλοσοφίας στο γραφείο, από εκείνες που συνήθιζε ο κος Μαυραντώνης (Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγο) να κάνει με γλαφυρούς συναδέλφους του, της δεκαετίας του περί το ’70 νειάτου τους. Κι αυτές τις συζητήσεις τις γούσταρε ο κος Μπάστας, όχι τόσο για το περιεχόμενο –που σπάνια, η αλήθεια, ήταν σε θέση να παρακολουθήσει – όσο για το διαδικαστικό τους: ουισκάκι 12 years’, ξηροκάρπια που σκόρπαγαν παντού μετά το πέρας της φιλοσόφησης και το απαραίτητο πούρο. Αχ αυτό το πούρο....απωθημένο του ‘χε μείνει του Θεόφιλου. Είχε μια μυρουδιά το άτιμο...να δεις τι του θύμιζε...ντρεπόταν και στη σκέψη μόνο... Είχε ποτίσει όμως το μυαλό του η βαριά νότα του πούρου μαζί με ανεπαίσθητη οσμή μούχλας, κονιάκ και πατσουλιά, που’χαν τρυπήσει τα ρουθούνια του, κάτι χρόνια πριν, στον «οίκο» της κυρα-Φρόσως στην Πιπίνου, στο ύψος της Λιοσίων. Και όχι πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καπνίσει και ένα και δυο και τρια πούρα μαζεμένα, ο Θεόφιλος....όχι...τουναντίον, είχε γερό κομπόδεμα στην Εθνική (προθεσμιακό ανά τρίμηνο), αλλά ...ο άμοιρος...έτρεμε στην ιδέα πως αν κάνει να ανάψει το ρημάδι, θα πάθει ζημιά τρελλή και θα τρέχει να βρει το σπίτι της κυρά-Φρόσως –και ποιός ξέρει αν υπάρχει πια και πού να το πει και να μην τον φτύσουν- «άστο να παει στο διάλο...»
Σα να ένοιωσε ρίγος στη ραχοκοκκαλιά, σα να κρύωσε, σα να τρεμούλιασε...δεν καλοκατάλαβε για πότε κόλησε το χέρι του στην πετούγια της τζαμόπορτας και –με πολύ κόπο- προσπαθούσε να δώσει εντολή το μυαλό του, να κάνει τη δεξιόστροφη κίνηση να την ανοίξει. Μυαλό και εκούσια αντανακλαστικά όμως.........καμμία σχέση μεταξύ τους. «Το γαμημένο!!!!!» φώναξε κάποιος μέσα στο μυαλό του «Γύρνα το γαμημένο το χερούλι!» Κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν σίγουρα ο ίδιος, γιατί ο Θεόφιλος δεν ξεστόμιζε τέτοιες κουβέντες, ποτέ! Σκιάχτηκε ακόμα πιο πολύ όταν το κατάλαβε και έδωσε μια γερή κλωτσιά στη σκατόπορτα –που τόσα βάσανα του είχε δημιουργήσει σήμερα από την ώρα που την άνοιξε- και......κρακκκκ πρρρρρρ........ τα τζαμιλίκια στο πλατύσκαλο. Έσκασε ο Θεόφιλος! Δεν είχε ξαναπάθει ποτέ τέτοιο κακό! «Το κέρατό μου! Ποιός πάει τώρα στη διαχειρίστρια με το μακό σορτσάκι!»... Και του ‘ρθε στο μυαλό το φρεσκοσκαμμένο χώμα...Και δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου