Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΓΙΟΝ...ΚΙ ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΝΤΟΥΖΑΚΙ

Το δυάρι της Πολυξένης, των 80 παρά κάτι τετραγωνικών, ήταν καρφωμένο στον 3ο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας και ήταν «σάντουιτς» ανάμεσα στο τεσσάρι του γιατρού (δερματολόγος της συμφοράς, με τζάκι και ταριχευμένες κεφαλές που το στολίζουν) και στο τριάρι της διαχειρίστριας, αυτής με το μακό σορτσάκι ντε, προικώο από την άτεκνη και άρτι αποβιώσασσα θειά της. Αυτό σημαίνει οτι, ακριβώς δίπλα της, οικεί και κατοικοεδρεύει (της άρεσε αυτή η λέξη της Πολυξένης, χωρίς να ξέρει γιατί) το αντικείμενο του ανίερου πόθου της, των κρυφών της σκέψεων που την κάνει να χαμογελά λάγνα: ο Μιχάλης........Αχ.....ο Μιχάλης...τριαντάρης σκάρτα (μπα....σα να το καλοσκέφτεται και μάλλον τον βαφτίζει 25άρη), μελανούρι ο άτιμος, ψηλός...πολύ ψηλός και μπρατσωμένος, τουμπάνι...αχ ο Μιχάλης....Εκεί στη βεράντα του –και τώρα που ‘ναι καλοκαίρι δηλαδή, όχι πως στήνει μάτι και αυτί- τον έχει πάρει το μάτι της να κρυφογελάνε με τη γυναίκα του (πάντα με καφτό μακό σοτς) καθώς αγκαλιάζονται και γεμίζει ο χώρος πνιχτά φιλιά και (αχ Παναγιά)....μετά κλείνονται στο δωμάτιο....Και η μοναξιά της Πολυξένης γίνεται ακόμα πιο βαριά κι ασήκωτη κι η εργένικη ζωή της μίζερη και αποφλοιωμένη. Περνούν τα χρόνια, αλλά είναι νέα ακόμα η Πολυξένη, πώς να στραγγαλίσει τους πόθους της, πώς να ξορκίσει τη λίμπιντο..χαρές και πανηγύρια στο κρεββάτι της φαντάζεται συχνά πυκνά...αλλά ως εκεί... Απ’αυτή την άποψη, καλό της είναι που ο Μιχαλάκης, το καλόπαιδο, είναι διπλανός γείτονας, αφού η φαντασία της δουλεύει υπερωρία συχνά-πυκνά...από την άλλη όμως, είναι και συμφορά...Γιατί, να..δίπλα είναι το σπίτι του, δε δικαιολογείται να φορέσει το κατακόκκινο κραγιόν της, το τσόκαρο στιλέτο και το little black dress, για να πάει να πληρώσει τα κοινόχρηστα...Ε, τι να δικαιολογείται κάθε φορά.. «να, ερχόμουν μόλις από μια φίλη και πέρασα να πληρώσω, ή , να, πήγα να δω τη θεια μου στο νοσοκομείο και πέρασα να πληρώσω...».. Τι στην ευχή...πολύ καρφωτό. Γι’αυτό, αποφάσισε να φοράει μόνιμα το κόκκινο κραγιόν, τουλάχιστο να τη συνηθίζει το μάτι τους. Κι όλοι ξέρουν την Πολυξένη στον τρίτο, με το ατσαλάκωτο κορμάκι (αβασάνιστο γαρ, ούτε παιδιά γέννησε, ούτε τίποτα) και το κόκκινο κραγιόν...

Ο Θεόφιλος, αφού γρύλισε πέντε-δέκα βαριά λόγια για την τύχη του και το ριζικό του, τράβηξε τη βαριά πόρτα του ασανσέρ (αμάν, είχαν και το έξοδο να τροποποιήσουν τον ρημαδοανελκυστήρα με τη νέα νομοθεσία, θυμήθηκε), ασυναίσθητα ξανατσέκαρε κινητό και κλειδιά στην τσέπη του και τράβηξε για το διαμέρισμά του, στο δεύτερο όροφο, κάτω από της διαχειρίστριας. Σκέφτηκε να ρίξει λίγο νερό στη μούρη του πριν πάει να αναφέρει το ατυχές συμβάν και να κανονίσουν με την Αφροδίτη (τη διαχειρίστρια) για την αντικατάσταση του τζαμιού.

Φτάνοντας στην πόρτα του, αποφάσισε να κάνει ντουζ γιατί ένοιωθε τον ιδρώτα, ζεστό και κρύο, να έχει ποτίσει το μπλουζάκι του. Σύντομο ντουζάκι και θα ανέβαινε στης Αφροδίτης, αλλά πάνω που τα κανόνιζε καλά στο μυαλό του, νάτη η σκέψη της Σοφούλας με το μίνι της και, σα να αγανάκτισε ο ανδρισμός του, σα να αλαφιάστηκε ο κακομοίρης...σα να άκουσε το κουδούνι του ...Αμάν,πώς να τα διαχειριστεί όλα μαζί...
«Ποιός είναι?» ρώτησε από μακριά, μη τολμώντας να πλησιάσει το ματάκι της πόρτας, με την πετσέτα κατάσαρκα...
«Κε Θεόφιλε μου ανοίγετε παρακαλώ?»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου