...και αυτόματα σκέφτηκε οτι πάλι λάθος σε δρόμο έβαλε τη
συζήτηση! Τι «χρήσιμος» και κουραφέξαλα...χρήσιμος ο Θεόφιλος είχε να φανεί σε
κάποιον από τότε που πέθανε η μανούλα του και κανόνισε τα διαδικαστικά της
κηδείας...αστείο πράγμα η χρησιμότης για το Θεόφιλο! Έπρεπε να πει «Τι κάνετε
κα Πολυξένη? Πώς παν τα κέφια;»....
Τι κακό πράγμα αυτό με την πάρτη του! Αναποφάσιστος μόνιμα
και ειδικά όταν είναι γυναίκα απέναντί του, ποτέ –αλλά πραγματικά ΠΟΤΕ- δεν
είπε στον εαυτό του «μπράβο ρε μάγκα, καλά τα είπες»...είχε μια σταθερή
ανασφάλεια σε σημείο που αν δεν την αισθανόταν άμεσα, ανησυχούσε...
«....κι έτσι δεν έφυγα..» κατέληξε η Πολυξένη.
«Αμάν, τι έγινε?» σκέφτηκε ο Θεόφιλος που απορροφημένος απο
τις σκέψεις περί της ανασφάλειάς του, ξέχασε και το ξεβράκωμά του και σημασία
δεν έδινε στην απάντηση της γειτόνισσας που είχε αρχίσει κάτι να λέει, για να
καταλήξει σ’εκείνο το «κι έτσι δεν έφυγα».
«Εσείς?» συνέχισε το μαρτύριό του, αφού καλούνταν να
απαντήσει σε συνέχεια αυτού που δεν είχε ακούσει. Και τι ντροπή -Θεέ μου- να
της πει οτι ήταν αφηρημένος και δεν κατάλαβε τι ρώτησε. Να πάρει....
Σε μια στιγμη σκέφτηκε να ζητήσει επανάληψη από την Πολυξένη
αλλά φούντωσε αυτόματα τόσο πολύ, που μάλλον κοκκίνησε ολόκληρος αφού η Πολυξένη
επισήμανε μάλλον άβολα:
«Νομίζω, κύριε Θεόφιλε, ότι πραγματικά είναι ακατάλληλη η
ώρα..φαίνεστε ταλαιπωρημένος...» κι έκανε να σηκωθεί από τη θέση της.
Σαν ελατήριο πετάχτηκε ο καψερός, ξεχνώντας και τα σώβρακα
και τις σκέψεις του και την ακούμπησε άγαρμπα στο μπράτσο της...
«Παρακαλώ, κυρία Πολυξένη, ειλικρινά δεν ενοχλείτε, παρακαλώ
καθίστε...Να, δώστε μου μόνο λίγο χρόνο για μια μικρή εκκρεμότητα που έχω...όχι
πάνω από δυο λεπτά...επιστρέφω...παρακαλώ...» κι έκανε ίσα πέρα το διάδρομο του
σαλονιού, φτάνοντας σχεδόν ασθμαίνοντας στην κρεββατοκάμαρά του με διπλό στόχο:
να μην αφήσει χρόνο στην Πολυξένη να αντιδράσει – πρώτον- και να φορέσει στα
γρήγορα ένα ρημαδοσώβρακο –δεύτερο- αφού είχε την αίσθηση οτι αυτό ευθύνονταν
για όλα!!!
Βούτηξε το τυχαίο που βρήκε στο συρτάρι του, τραβολόγησε με
μίσος τα μπατζάκια του παντελονιού του, τακτοποίησε με βιασύνη τα ανατομικά του
«προσόντα» στο εσώρουχο και με το ίδιο μίσος και αντίστροφες κινήσεις, έδωσε
τέλος στο μαρτύριο του σώβρακου.
Πιο ήρεμος και πιο κατασταλαγμένος –βρε τι σου κάνει ένα
σώβρακο- ξεμύτισε από το διάδρομο πάλι στο σαλόνι, όπου η Πολυξένη μάλλον είχε
εξοικιωθεί με το χώρο και είχε καθήσει άνετα στη θέση της...
«Τώρα πολύ καλύτερα» είπε ο Θεόφιλος, «Ζητώ πάλι συγγνώμη
γι’αυτή τη διακοπή, αλλά πράγματι, τώρα, είμαι όλος αυτιά», πρόσθεσε,
ελπίζοντας να αρχίσει νεα συζήτηση η γειτόνισσα και να μην περιμένει ακόμα
απάντηση στην ερώτηση που του είχε κάνει. Οι ελπίδες του –ευτυχώς-
ευωδόθηκαν...
«Θα μπω απ’ευθείας στο θέμα, κε Θεόφιλε, και ελπίζω να έχετε
κι εσείς μια ιδέα που θα με βοηθούσε να καταλήξω». Ήταν πολύ σοβαρή η Πολυξένη
όταν ξεστόμιζε τα παραπάνω. Στριμώχτηκε ο Θεόφιλος και ασυναίσθητα κύρτωσε την
πλάτη του, μάζεψε τα χέρια του, χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε σε θέση άμυνας.
Σε θέση άμυνας; Ναι, έτσι ένοιωθε...Γιατί όμως; Και η απάντηση άσχισε τι μυαλό
του σαν αστραπόβροντο και ταρακούνησε τον εγκέφαλό του!
Η ματιά του μάλλον ξαναλλοιθώρισε και τα ρουθούνια του
άνοιξαν για να νοιώσουν, πάλι, τη μυρωδιά από το φρεσκοσκαμμένο χώμα, που όμως
του προκαλούσε ρίγος και παραζάλη. Και τον ξαναπεριποιήθηκε η Σοφούλα και το μίνι της, και ένιωσε την
κουτσουλιά που του σημάδεψε το σβέρκο και ξανάκουσαν τ’αυτιά του τον ήχο από τα
σπασμένα τζάμια και ένοιωσε ένα γερό déjà vu του τελευταίου μισαώρου
μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. «Γαμώτο,
συμμαζέψου κωλόμυαλο, δε σε παίρνει...» πρόσταξε τον εαυτό του και το μόνο
που κατάφερε ήταν να σηκώσει το βλέμμα και να αντικρύσει την Πολυξένη, μόλις να
χαμηλώνει τα δικά της μάτια και να ανοίγει τα χείλη να ψελίσει:
« Πριν δυο μέρες...νύχτες δηλαδή...» Ντιν-ντον!!! Ντιν-ντον!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου