Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΣΩΒΡΑΚΟ


Γυναικεία φωνή... Στην δική του πόρτα μια γυναικεία φωνή... Τί δουλειά είχε μια γυναίκα στην  δική του πόρτα... Δεν υπήρχε σχέση που θα έφερνε μια γυναίκα στην πόρτα του, όλα ήταν διευθετημένα έτσι ώστε δάχτυλο γυναικείο να μην χτυπάει ποτέ το κουδούνι της πόρτας του.
Και επειδή ήταν ιδιοκτήτης και δεν τον έπαιρνε για μετακομίσεις και αλλαγές έδρας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είχε φροντίσει να διευθετεί τις αντρικές του υποθέσεις μακρυά, πολύ μακρυά από την περιοχή κατοικίας του.
«Μιά στιγμή!» φώναξε καθώς στέγνωνε  πρόχειρα το κορμί του και φόραγε ένα κυπαρισσί φουτεράκι κι’ ένα παντελόνι χωρίς σώβρακο για να κάνει πιό γρήγορα. Ησυχία... Όποια ήταν έξω από την πόρτα μάλλον ήταν εξίσου αμήχανη.
Έφτασε φουριόζος στην πόρτα, σταμάτησε, έστησε το κορμί του όρθιο, πήρε ανάσα, ξεφύσηξε, έπιασε το πόμολο και το γύρισε.
«Κύριε Θεόφιλε, καλησπέρα, συγγνώμη που ενοχλώ τέτοιαν ώρα, αλλά, είστε ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει..!»
Ο Θεόφιλος σαστισμένος παραμέρισε: «Παρακαλώ, δεν έχει τίποτε η ώρα Κυρία Βελούδου, περάστε, περάστε!»
Η Πολυξένη πέρασε στο περιποιημένο σαλονάκι με την μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε ολόκληρο τον πλαϊνό τοίχο, με το βαρύ αλλά απλό τραπεζάκι στο κέντρο και τις πολυθρόνες που ήταν στο ίδιο στύλ.  Έρριξε μια διακριτική ματιά τριγύρω: «Τί ωραίο χώρο έχετε φτιάξει, κύριε Θεόφιλε! Ξέρετε, δεν είναι πολλοί οι άντρες και ειδικά όσοι μένουν μόνοι τους, που γνωρίζουν τα όρια μεταξύ μινιμάλ και κενού χώρου...» είπε και γύρισε χαμογελώντας προς το μέρος του.
«Καθίστε, βολευτείτε» είπε ο Θεόφιλος κάνοντας ένα νεύμα ενώ ο τόνος της φωνής του κάθε άλλο παρά σάστισμα ή αμηχανία έδειχνε. «Αυτό το βολευτείτε τί τόθελα» είπε στον εαυτό του,  ενώ συνειδητοποιούσε πόσο πολύ ήθελε την παρέα και ειδικά την γυναικεία. Και η κυρία Πολυξένη δεν ήταν απλώς μια γυναικεία παρέα, ήταν πολύ παραπάνω. Πάντα άφηνε να φανεί πως είχε άποψη, πως θα μπορούσε κάποιος να βρει πολλά να εξερευνήσει σ’ αυτήν. Και ήταν πολύ γοητευτικότερη απ΄όσο έκρυβαν τα μαύρα γυαλιά και τα μαζεμένα σε αλογοουρά μαλλιά και αρκούσε μια διεισδυτική ματιά για να καταλάβει κανείς πόση επιτήδευση έκρυβε αυτή η εμφάνιση.
«Ευχαριστώ», είπε ενώ καθόταν στην μια πολυθρόνα, «Αλλά, θα μείνω να μιλήσουμε μόνον αν με βεβαιώσετε πως δεν σας βγάζω απ΄την σειρά σας...»
«Ποιά σειρά μου, αστειεύεστε... Στον κήπο ήμουν και πέρναγα την ώρα μου και μόλις έκανα ένα ντουσάκι» είπε και θυμήθηκε πως δεν φόραγε σώβρακο, πράγμα που τον έκανε να ανακαθήσει πιό έξω στο μαξιλάρι του καναπέ για να κρύψει τυχόν ενδείξεις της έλλειψης. «Λες , να ήταν υπερβολή το ντουσάκι που είπα» σκέφτηκε, «Μήπως το πάρει σαν πρόκληση...» έξυσε το μέτωπό του για να κρύψει μιαν αθέλητη γκριμάτσα που βγήκε αυθόρμητα. «Θέλει περιποίηση ο κήπος, δεν πρέπει να μένει σε εγκατάλειψη...» είπε για να συμπληρώσει αμέσως , «Μα να βάλω ένα αναψυκτικό, ένα ποτάκι, κάτι...»
«Ένα ποτηράκι νερό είναι αρκετό, ευχαριστώ...» είπε η Πολυξένη.
«Αμέσως!» είπε κι΄έκανε να πεταχτεί όρθιος, μα αστραπιαία θυμήθηκε το σώβρακο στο βάθος του συρταριού και σηκώθηκε αργά.
Γύρισε σχεδόν αμέσως με το ποτήρι σε ένα δίσκο και το παγωμένο ποτήρι τυλιγμένο με μια χαρτοπετσέτα.
«Λοιπόν» είπε ενώ καθόταν «Σε τί μπορώ να σας φανώ χρήσιμος...»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου