Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΛΟΠΕΡΙΣΤΕΡΑ...


Ήταν η αστραπιαία σκέψη που ακολούθησε μόνη της, δίχως να την προκαλέσει, σχεδόν ταυτόχρονα με την κουτσουλιά που τον είχε βρεί στο σβέρκο... Τα κωλοπερίστερα του τη φυλάγανε κάθε φορά που θα κατέβαινε στον κήπο και τώρα, τον κάνανε και ρεζίλι μπροστά στο αντικείμενο του κρυφού του πόθου. Ή μάλλον, σε ένα από τα κρυφά αντικείμενα του πόθου, αφού το εργενιλίκι λειτουργούσε σαν παραμορφωτικός φακός και τίς έδειχνε όλες κούκλες. Αν και για την συγκεκριμένη, δεν χρειαζόταν κανενός είδους παραμόρφωση, ήταν μοντέλο με όλα του τα εξτρά.

Στο μεταξύ η κουτσουλιά είχε αρχίσει να απλώνει και θα έπρεπε ή να σκύψει στο πλάι για να μην λερωθεί το μπλουζάκι ή να μείνει όρθιος ελπίζοντας ότι, κανείς δεν είχε δει τίποτε.

«Αχ, Κύριε Θεόφιλέ μου, λερωθήκατε!» Αυτό το «λερωθήκατε» τούκανε λίγο σαν γέρος που χέστηκε στο κρεβάτι και θα τούριχνε κι’ άλλο το ηθικό, αν στο μεταξύ η νεαρά δεν είχε απλώσει το χέρι της, με ένα διαφημιστικό μαντηλάκι, από ‘κείνα τα αρωματικά που δίνουν στα πολυκαταστήματα για να του σκουπίσει το σβέρκο.
«Σκύψτε λίγο, δε φτάνω... », αυτό τού ανέβασε το ηθικό, ε, κοντό δεν θα τον έλεγες κιόλας, αλλά, σημασία είχε ότι, στα μάτια της ήταν ψηλός.
 «Μα μη λερωθείτε δεσποινίς» ή μήπως νάχε πει «κυρία» σ’ αυτά ήταν πάντα χαλβάς... Στο μεταξύ ξεπρόβαλε και το γομάρι, ο φίλος της, ο ατσούμπαλος όγκος που την συνόδευε.
«Τί είναι, ρε συ Σοφούλα, λερώθηκε ο άνθρωπος..;» , ακούστηκε μια ανήσυχη φωνή που δεν ταίριαζε με τον όγκο του νεαρού, για να συμπληρώσει «..Κωλοπερίστερα...» και ξάφνου ο Θεόφιλος τον συμπάθησε τον νεαρό που τον λέγανε...
«Ναι, ρε ‘συ Στέλιο, πιάσε και βρέξε στη βρύση ένα χαρτομάντηλο, ρε γαμώτη μου», η μικρή τόχε πάρει σοβαρά.
«Μη σας βάζω σε μπελά, μη λερωθείτε, δεσποινίς», είπε ο Θεόφιλος κάνοντας να σηκωθεί.
«Σωπάτε, τελείωσα, να, εδώ έχει μείνει λίγο, μην τρέξει και σας λερώσει το μπλουζάκι» είπε και τον πίεσε ελαφρά να μείνει κάτω, να τελειώσει το καθάρισμα.

Πόσον καιρό είχε να τον περιποιηθεί κάποιος τον Θεόφιλο ούτε που θυμόταν. Από τότε που είχε πεθάνει η μάνα του δεν είχε νιώσει φροντίδα πάνω του. Εκτός από μια φορά που πήγε σε ένα ξενοδοχείο στην Κυλλήνη, με τα κουπόνια της εργατικής εστίας και ήταν πολύ εξυπηρετικοί.
«Να, ορίστε, έτοιμος!» είπε η μικρή, με τον νεαρό από δίπλα να χαμογελάει ευγενικά.
«Δεν έχω λόγους να σας ευχαριστήσω» είπε θαρετά ο Θεόφιλος.
«Έχετε όμως λεμόνια!» είπε γελώντας η Σοφία «Κατεβάστε μου δυό λεμονάκια κι’ είμαστε εντάξει, την βγάλατε την υποχρέωση!»
«Μα, δεσποινίς Σοφία, τα λεμόνια είναι ολωνών, απλώς εγώ κατεβαίνω και φροντίζω τον κήπο στον ελεύθερο χρόνο μου, έτσι , για να θυμάμαι το χωριό μου στα Τρίκαλα».
«Εμείς όμως εσάς βλέπουμε εδώ, εσάς πρέπει να ρωτήσουμε», είπε ο Στέλιος.

Κύττα που τα νεούδια είχαν περισσότερην αξιοπρέπεια από άλλους μεγαλύτερους, σκέφτηκε ο κύριος Μπάστας μόλις τα παιδιά έφυγαν απ΄τον κήπο αφού προηγουμένως είχαν πάρει στα χέρια καμμιά δεκαριά μικρά, αλλά, μοσχοβολιστά λεμονάκια.
Έπρεπε να ανεβαίνει και ‘κείνος σιγά-σιγά, είχε πάρει να νυχτώνει, αλλά...κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι σα να τον κράταγε ακόμη εδώ κάτω...
Έψαξε μεσ΄το μυαλό του, γύρισε από ‘δώ κι’ από ‘κει, ψάχτηκε για τα κλειδιά του και το κινητό, όλα στην θέση τους.
Προχώρησε προς την τζαμόπορτα, δρασκέλισε το παραπέτο με το μυαλό ακόμη να προσπαθεί να βρει το στραβό και τότε ακριβώς, το μάτι του έπεσε εκεί που είχε πέσει και προηγουμένως, όσην ώρα ήταν σκυφτός και η Σοφία του καθάριζε το σβέρκο.
Το χώμα κάτω από το μπαλκόνι του ισογείου έδειχνε να είναι φρεσκοσκαμμένο και πατημένο. Όλα τα χορτάρια σε ‘κείνο το σημείο έλειπαν και έδειχνε σαν κάποιος νάχει ρίξει από πάνω άλλη πρασινάδα για να σκεπάσει κάτι, μα τα χόρτα είχαν ξεραθεί κι’ έφτιαχναν μια μπεζ κηλίδα ανάμεσα στην υπόλοιπη πρασινάδα.

Τι παράξενο... Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, δεν υπήρχε ορατότητα από κανένα άλλο μπαλκόνι εκτός από εκείνο του ισογείου...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου