Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Γριννννννννννν ....η τζαμόπορτα


«Μπα ανάθεμά σε στριμμένο άντερο....» φούντωσε ο Θεόφιλος, αναγνωρίζοντας πάλι το συριγμό εκείνης της παλιόπορτας με το ραγισμένο τζαμιλίκι, καθώς έκλεινε. Είναι από τις λίγες φορές που δεν τον ενόχλησε ο απαίσιος αυτός θόρυβος. Ήθελε το συντομότερο δυνατό, να του αλαφρύνει τον αέρα που ανέπνεε ο παλιομίζερος γείτονας, ο Ανέστης ο κακοφορμισμένος..Αναστέναξε βαθιά να οξυγονωθεί ο εγκέφαλος που τα τελευταία λεπτά τον τσίμπαγε περίεργα, έσιασε το τσουλούφι από το μέτωπο –πάλι κούρεμα ήθελε το αναθεματισμένο το παλιόμαλλο- κοίταξε ψηλά στη λεμονιά μέχρι να φύγει το βλέμμα και να συναντήσει λίγο γαλάζιο του ουρανού και, να ‘το πάλι το αληθώρισμα. Έκανε να κόψει πέρα, προς την απέναντι μεριά, στη μάντρα με τους τσιμεντόλιθους...μια κίνηση τακτικής ήταν, πρώτα για να απομακρυνθεί από το αίτιο που του σκότιζε το μυαλό και του αληθώριζε το μάτι και, έπειτα, να αντικρύσει από άλλη οπτική γωνία το...πώς να το ‘λεγε βρε αδερφέ..δεν ήταν και σίγουρος τι ήταν αυτό το παλιόπραμα...για το μόνο που ορκιζόταν ήταν για κάτι πιτσιλιές κόκκινες, απροσδιόριστου σχήματος....αχ...τι έπαθε ο μαύρος! ...αχ....γρρινννννν...η τζαμόπορτα......σκασμένη σκατόπορτα!!!!!!!!!
                «Χαχαχα έλα, κατέβα, μμμμ».... «Έλα καλέ, τι τραβιέσαι έτσι..........», «Ωχ, κύριε Θεόφιλε!!!!! Τι κάνετε....να εδώ ήρθαμε με το φίλο μου να....να κόψουμε ένα λεμόνι για τη μάνα μου. Ξέρετε, ξέμεινε από ξυνό και θέλει να αυγοκόψει τους ντολμάδες και...» έλεγε, έλεγε, έλεγε η κόρη του ταξιτζή από τον πρώτο, αναψοκοκκινισμένη από την ντροπή αλλά και τον πόθο συνάμα και σκαπέτισε το σκαλοπάτι για να βρεθεί σχεδόν στην αγκαλιά του Θεόφιλου. «Καλέ τι μαρτύριο είναι αυτό απόψε!» σκέφτηκε ο κακομοίρης... Ένας κακοφτιαγμένος σκυφτούλιακας με καημό να φυτέψει φασολιές από τη μια, μια νεράιδα με allstar και μισερή φούστα (λείπει ύφασμα, έτσι σκεφτόταν πάντα ο Θεόφιλος για τα μινι που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από κάθε λογιών πόδια) από την άλλη, το αλήθωρο μάτι του από την τρίτη...........τρικυμία εν κρανίω εν ολίγοις... « Δε...δεν έχει λεμόνια εδώ χαμηλά...πρέπει κάποιος να ανέβει να...». Κόπηκε η σκέψη του στη μέση. Λες να θέλει να ανέβει εκείνη; Και η μισερή φούστα; Κι αυτός είναι από κάτω από τη λεμονιά...κι ο αμούστακος που στεκόταν στο κατώφλι; « Πα να φύγουμε Θεόφιλε..» είπε στον εαυτό του κι έννοιωσε ένα πλάτς στον ώμο του...... «Φτου σου!»....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου