Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

ΦΑΣΟΛΙΕΣ...

Ο μόνος που δεν θα ήθελε νάχει συναντήσει ο Θεόφιλος, το πιό ξινό μούτρο της πολυκατοικιας, ο Ανέστης ο δικολάβος, δηλαδή, γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο ήταν και καθόλου δικηγόρος, αλλά η όλη του συμπεριφορά έδειχνε πικραμένο χασοδίκη, βγήκε, στην ουσία ξεμύτισε στον ακάλυπτο. Και λέμε ξεμύτισε γιατί όπου και να πήγαινε ο Ανέστης πρώτα η μύτη του ερχόταν στο προσκήνιο και μετά ακολουθούσε, αν ακολουθούσε τελικώς και δεν άλλαζε γνώμη, ο Ανέστης. Επρόκειτο για μια μύτη ιδιαιτέρως εξέχουσα της οποίας ο ρόλος εμπροσθοφυλακής που είχε αναλάβει, τής είχε ανατεθεί από την πλάτη, ή καλύτερα από αυτό που κάποτε ήταν πλάτη και τώρα έμοιαζε με ηπειρώτικο γεφύρι: καμπυλωμένη όσο έπαιρνε, τόσο που οι ώμοι έφταναν να συναντηθούν λίγο κάτω από το ανύπαρκτο στήθος.
"Ο κήπος είναι ολωνών, κύριε Μπάστα! Εγώ θέλω να φυτέψω φασολιές! Τί έχεις να πεις για αυτό;"
"Να φυτέψεις κύριε Ανέστη, να φυτέψειςνα ομορφύνει ο χώρος", είπε με ψεύτικη χαρά ο Θεόφιλος."Τί καλύτερο από το πράσινο, όταν μάλιστα μπορεί και σε τρέφει κιόλας!"
"Μα δεν θέλω να τα τρώω! Να τα φυτέψω θέλω!" επέμεινε ο απροσδιορίστου ηλικίας μαγκούφης.
"Ε, ποιός σε κρατάει, φύτεψέ τα..." απάντησε ο Θεόφιλος ανοίγοντας την βρύση για να γεμίσει τον κουβά, καταλαβαίνοντας πως η κουβέντα είχε κακό δρόμο πάρει...
"Ε, λοιπόν, εγώ θέλω να τα φυτέψω εκεί!" είπε ο Ανέστης δείχνοντας το παρτεράκι που είχε φτιάξει ο Θεόφιλος και είχε βάλει σειρά-σειρά μικρά φυτά ορτανσίες και μπιγκόνιες για να τις μεταφυτέψει μετά σε άλλα μέρη του κήπου.
"Μα εκεί δεν γίνεται..." είπε ο Θεόφιλος, "έχει ήδη φυτεμένα..."
"Και ποιός τα φύτεψε, παρακαλώ, χωρίς να ρωτήσει κανέναν; Με ρώτησες που τώρα διεκδικείς και ιδιωτικό χώρο στον κήπο; Δε με ρώτησες: Άρα, τώρα αποφασίζω εγώ πού θα φυτέψω και θέλω εκεί ακριβώς!!!" στρίγγλισε ο Ανέστης δείχνοντας την θέση που είχε φυλάξει στην επάνω οδοντοστοιχια του για το καλαμάκι της πορτοκαλάδας.
Ο Θεόφιλος έκλεισε την βρύση απαλά, γύρισε απαλά, περπάτησε απαλά και πλησίασε τον άνθρωπο:
"Δεν θα φυτέψεις τίποτε αν δεν σου επιτρέψω εγώ!" είπε σε χαμηλό τόνο, ώστε αν κάποιος από τα διπλανά παράθυρα ή μπαλκόνια ήταν έξω δεν θα μπορούσε να τον έχει ακούσει,"Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!" συμπλήρωσε για να αναττριχιάσει αμέσως όχι τόσο με την ιδέα που ξεστόμισε, αλλά, με το θράσος που δεν πίστευε πως διέθετε.
Ο καμπύλος άνθρωπος γύρισε σαν αυτόματο προς την πόρτα, σύρθηκε σαν νάτανε να σωριαστεί, έφτασε, ακούμπησε στο πλάι και γύρισε: "Θα μου σκάψεις ένα άλλο παρτέρι τότε, όπου θες εσύ... Γιατί εγώ δεν ξέρω να σκάβω και πολύ φοβάμαι πως να κατέβω να σκάψω μπορεί να κάνω καμμία ζημιά στα λουλούδια σου... Έχω μια απίστευτη διάθεση να δω φασολιές να μεγαλώνουν.." και χάθηκε στο σκοτάδι του δωματίου του καυστήρα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου