Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να γέρνει όταν ο Θεόφιλος Μπάστας αποφάσισε να κατέβει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας για να σκαλίσει τα φυτά. Ήταν κάτι που του άρεσε να κάνει ακόμη και μη έχοντας κανένα όφελος, εφ' όσον υπήρχε κηπουρός, που πρόσεχε τον "κήπο", όπως αρεσκόταν να τον περιγράφει η κυρία Πολυξένη που είχε δυάρι στον τρίτο και δεν είχε κανένα παράθυρο να βλέπει στον ακάλυπτο.
Ο Θεόφιλος ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα με το ραγισμένο τζάμι, δρασκέλισε το ψηλό παραπέτο που σκοπό είχε να προστατεύει το υπόγειο από τα νερά της βροχής και βγήκε στο πατημένο χώμα.
Δεν ήταν πολλά τα φυτά που φύτρωναν εκεί έξω, δεδομένου ότι, ο εργολάβος είχε αποφασίσει να ρίξει όλα τα μπάζα σ' έναν τεράστιο λάκκο, ακριβώς εκεί όπου έφτιαχναν και το χαρμάνι του ασβέστη.
Αποτέλεσμα, ένα νεκρό χώμα που όσο και να το σκάλιζες και ό,τι και να φύτευες, το κατασπάραζε, αφού προηγουμένως το είχε καταξεφτιλίσει με κηλίδες, κιτρινίσματα, ξεράματα, φυλλόπτωση και κάθε λογής αρρώστεια.
Σήμερα όμως, ο κύριος Μπάστας θα ανακάλυπτε πως υπήρχε ένα σημείο στον κήπο, που το παρελθόν του δεν έκρυβε σκέτο ασβέστη και μπάζα. Θα ερχόταν σε επαφή με τους πιό μύχιους φόβους οποιουδήποτε νομοταγούς πολίτη, που μονίμως έσπευδε από τους πρώτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος, που πάντα έκοβε ταχύτητα στο πράσινο με φόβο μήπως και τον πιάσει πορτοκαλί και δεν προλάβει να σταματήσει εγκαίρως. Δεν θα του άρεσε σε καμμιά περίπτωση να πρέπει να απολογηθεί σε κάποιον τροχαίο, ακόμη και αν είχε δίκιο, πόσο μάλλον να πει ψέμματα, δεδομένου ότι, η μακαρίτισσα η γιαγιάκα του συνήθιζε να του λέει, κι' αυτός λάτρευε την γιαγιάκα του, πως, ""Το ψέμμα 'έχει κοντ'α ποδάρια"...
Ο Θεόφιλος ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα με το ραγισμένο τζάμι, δρασκέλισε το ψηλό παραπέτο που σκοπό είχε να προστατεύει το υπόγειο από τα νερά της βροχής και βγήκε στο πατημένο χώμα.
Δεν ήταν πολλά τα φυτά που φύτρωναν εκεί έξω, δεδομένου ότι, ο εργολάβος είχε αποφασίσει να ρίξει όλα τα μπάζα σ' έναν τεράστιο λάκκο, ακριβώς εκεί όπου έφτιαχναν και το χαρμάνι του ασβέστη.
Αποτέλεσμα, ένα νεκρό χώμα που όσο και να το σκάλιζες και ό,τι και να φύτευες, το κατασπάραζε, αφού προηγουμένως το είχε καταξεφτιλίσει με κηλίδες, κιτρινίσματα, ξεράματα, φυλλόπτωση και κάθε λογής αρρώστεια.
Σήμερα όμως, ο κύριος Μπάστας θα ανακάλυπτε πως υπήρχε ένα σημείο στον κήπο, που το παρελθόν του δεν έκρυβε σκέτο ασβέστη και μπάζα. Θα ερχόταν σε επαφή με τους πιό μύχιους φόβους οποιουδήποτε νομοταγούς πολίτη, που μονίμως έσπευδε από τους πρώτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος, που πάντα έκοβε ταχύτητα στο πράσινο με φόβο μήπως και τον πιάσει πορτοκαλί και δεν προλάβει να σταματήσει εγκαίρως. Δεν θα του άρεσε σε καμμιά περίπτωση να πρέπει να απολογηθεί σε κάποιον τροχαίο, ακόμη και αν είχε δίκιο, πόσο μάλλον να πει ψέμματα, δεδομένου ότι, η μακαρίτισσα η γιαγιάκα του συνήθιζε να του λέει, κι' αυτός λάτρευε την γιαγιάκα του, πως, ""Το ψέμμα 'έχει κοντ'α ποδάρια"...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου