Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ ! -ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ !


...και αυτόματα σκέφτηκε οτι πάλι λάθος σε δρόμο έβαλε τη συζήτηση! Τι «χρήσιμος» και κουραφέξαλα...χρήσιμος ο Θεόφιλος είχε να φανεί σε κάποιον από τότε που πέθανε η μανούλα του και κανόνισε τα διαδικαστικά της κηδείας...αστείο πράγμα η χρησιμότης για το Θεόφιλο! Έπρεπε να πει «Τι κάνετε κα Πολυξένη? Πώς παν τα κέφια;»....

Τι κακό πράγμα αυτό με την πάρτη του! Αναποφάσιστος μόνιμα και ειδικά όταν είναι γυναίκα απέναντί του, ποτέ –αλλά πραγματικά ΠΟΤΕ- δεν είπε στον εαυτό του «μπράβο ρε μάγκα, καλά τα είπες»...είχε μια σταθερή ανασφάλεια σε σημείο που αν δεν την αισθανόταν άμεσα, ανησυχούσε...

«....κι έτσι δεν έφυγα..» κατέληξε η Πολυξένη.

«Αμάν, τι έγινε?» σκέφτηκε ο Θεόφιλος που απορροφημένος απο τις σκέψεις περί της ανασφάλειάς του, ξέχασε και το ξεβράκωμά του και σημασία δεν έδινε στην απάντηση της γειτόνισσας που είχε αρχίσει κάτι να λέει, για να καταλήξει σ’εκείνο το «κι έτσι δεν έφυγα».

«Εσείς?» συνέχισε το μαρτύριό του, αφού καλούνταν να απαντήσει σε συνέχεια αυτού που δεν είχε ακούσει. Και τι ντροπή -Θεέ μου- να της πει οτι ήταν αφηρημένος και δεν κατάλαβε τι ρώτησε. Να πάρει....
Σε μια στιγμη σκέφτηκε να ζητήσει επανάληψη από την Πολυξένη αλλά φούντωσε αυτόματα τόσο πολύ, που μάλλον κοκκίνησε ολόκληρος αφού η Πολυξένη επισήμανε μάλλον άβολα:
«Νομίζω, κύριε Θεόφιλε, ότι πραγματικά είναι ακατάλληλη η ώρα..φαίνεστε ταλαιπωρημένος...» κι έκανε να σηκωθεί από τη θέση της.

Σαν ελατήριο πετάχτηκε ο καψερός, ξεχνώντας και τα σώβρακα και τις σκέψεις του και την ακούμπησε άγαρμπα στο μπράτσο της...
«Παρακαλώ, κυρία Πολυξένη, ειλικρινά δεν ενοχλείτε, παρακαλώ καθίστε...Να, δώστε μου μόνο λίγο χρόνο για μια μικρή εκκρεμότητα που έχω...όχι πάνω από δυο λεπτά...επιστρέφω...παρακαλώ...» κι έκανε ίσα πέρα το διάδρομο του σαλονιού, φτάνοντας σχεδόν ασθμαίνοντας στην κρεββατοκάμαρά του με διπλό στόχο: να μην αφήσει χρόνο στην Πολυξένη να αντιδράσει – πρώτον- και να φορέσει στα γρήγορα ένα ρημαδοσώβρακο –δεύτερο- αφού είχε την αίσθηση οτι αυτό ευθύνονταν για όλα!!!

Βούτηξε το τυχαίο που βρήκε στο συρτάρι του, τραβολόγησε με μίσος τα μπατζάκια του παντελονιού του, τακτοποίησε με βιασύνη τα ανατομικά του «προσόντα» στο εσώρουχο και με το ίδιο μίσος και αντίστροφες κινήσεις, έδωσε τέλος στο μαρτύριο του σώβρακου.
Πιο ήρεμος και πιο κατασταλαγμένος –βρε τι σου κάνει ένα σώβρακο- ξεμύτισε από το διάδρομο πάλι στο σαλόνι, όπου η Πολυξένη μάλλον είχε εξοικιωθεί με το χώρο και είχε καθήσει άνετα στη θέση της...

«Τώρα πολύ καλύτερα» είπε ο Θεόφιλος, «Ζητώ πάλι συγγνώμη γι’αυτή τη διακοπή, αλλά πράγματι, τώρα, είμαι όλος αυτιά», πρόσθεσε, ελπίζοντας να αρχίσει νεα συζήτηση η γειτόνισσα και να μην περιμένει ακόμα απάντηση στην ερώτηση που του είχε κάνει. Οι ελπίδες του –ευτυχώς- ευωδόθηκαν...

«Θα μπω απ’ευθείας στο θέμα, κε Θεόφιλε, και ελπίζω να έχετε κι εσείς μια ιδέα που θα με βοηθούσε να καταλήξω». Ήταν πολύ σοβαρή η Πολυξένη όταν ξεστόμιζε τα παραπάνω. Στριμώχτηκε ο Θεόφιλος και ασυναίσθητα κύρτωσε την πλάτη του, μάζεψε τα χέρια του, χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε σε θέση άμυνας. Σε θέση άμυνας; Ναι, έτσι ένοιωθε...Γιατί όμως; Και η απάντηση άσχισε τι μυαλό του σαν αστραπόβροντο και ταρακούνησε τον εγκέφαλό του!

Η ματιά του μάλλον ξαναλλοιθώρισε και τα ρουθούνια του άνοιξαν για να νοιώσουν, πάλι, τη μυρωδιά από το φρεσκοσκαμμένο χώμα, που όμως του προκαλούσε ρίγος και παραζάλη. Και τον ξαναπεριποιήθηκε  η Σοφούλα και το μίνι της, και ένιωσε την κουτσουλιά που του σημάδεψε το σβέρκο και ξανάκουσαν τ’αυτιά του τον ήχο από τα σπασμένα τζάμια και ένοιωσε ένα γερό déjà vu του τελευταίου μισαώρου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. «Γαμώτο, συμμαζέψου κωλόμυαλο, δε σε παίρνει...» πρόσταξε τον εαυτό του και το μόνο που κατάφερε ήταν να σηκώσει το βλέμμα και να αντικρύσει την Πολυξένη, μόλις να χαμηλώνει τα δικά της μάτια και να ανοίγει τα χείλη να ψελίσει:
« Πριν δυο μέρες...νύχτες δηλαδή...» Ντιν-ντον!!! Ντιν-ντον!!! 


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΣΩΒΡΑΚΟ


Γυναικεία φωνή... Στην δική του πόρτα μια γυναικεία φωνή... Τί δουλειά είχε μια γυναίκα στην  δική του πόρτα... Δεν υπήρχε σχέση που θα έφερνε μια γυναίκα στην πόρτα του, όλα ήταν διευθετημένα έτσι ώστε δάχτυλο γυναικείο να μην χτυπάει ποτέ το κουδούνι της πόρτας του.
Και επειδή ήταν ιδιοκτήτης και δεν τον έπαιρνε για μετακομίσεις και αλλαγές έδρας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είχε φροντίσει να διευθετεί τις αντρικές του υποθέσεις μακρυά, πολύ μακρυά από την περιοχή κατοικίας του.
«Μιά στιγμή!» φώναξε καθώς στέγνωνε  πρόχειρα το κορμί του και φόραγε ένα κυπαρισσί φουτεράκι κι’ ένα παντελόνι χωρίς σώβρακο για να κάνει πιό γρήγορα. Ησυχία... Όποια ήταν έξω από την πόρτα μάλλον ήταν εξίσου αμήχανη.
Έφτασε φουριόζος στην πόρτα, σταμάτησε, έστησε το κορμί του όρθιο, πήρε ανάσα, ξεφύσηξε, έπιασε το πόμολο και το γύρισε.
«Κύριε Θεόφιλε, καλησπέρα, συγγνώμη που ενοχλώ τέτοιαν ώρα, αλλά, είστε ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει..!»
Ο Θεόφιλος σαστισμένος παραμέρισε: «Παρακαλώ, δεν έχει τίποτε η ώρα Κυρία Βελούδου, περάστε, περάστε!»
Η Πολυξένη πέρασε στο περιποιημένο σαλονάκι με την μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε ολόκληρο τον πλαϊνό τοίχο, με το βαρύ αλλά απλό τραπεζάκι στο κέντρο και τις πολυθρόνες που ήταν στο ίδιο στύλ.  Έρριξε μια διακριτική ματιά τριγύρω: «Τί ωραίο χώρο έχετε φτιάξει, κύριε Θεόφιλε! Ξέρετε, δεν είναι πολλοί οι άντρες και ειδικά όσοι μένουν μόνοι τους, που γνωρίζουν τα όρια μεταξύ μινιμάλ και κενού χώρου...» είπε και γύρισε χαμογελώντας προς το μέρος του.
«Καθίστε, βολευτείτε» είπε ο Θεόφιλος κάνοντας ένα νεύμα ενώ ο τόνος της φωνής του κάθε άλλο παρά σάστισμα ή αμηχανία έδειχνε. «Αυτό το βολευτείτε τί τόθελα» είπε στον εαυτό του,  ενώ συνειδητοποιούσε πόσο πολύ ήθελε την παρέα και ειδικά την γυναικεία. Και η κυρία Πολυξένη δεν ήταν απλώς μια γυναικεία παρέα, ήταν πολύ παραπάνω. Πάντα άφηνε να φανεί πως είχε άποψη, πως θα μπορούσε κάποιος να βρει πολλά να εξερευνήσει σ’ αυτήν. Και ήταν πολύ γοητευτικότερη απ΄όσο έκρυβαν τα μαύρα γυαλιά και τα μαζεμένα σε αλογοουρά μαλλιά και αρκούσε μια διεισδυτική ματιά για να καταλάβει κανείς πόση επιτήδευση έκρυβε αυτή η εμφάνιση.
«Ευχαριστώ», είπε ενώ καθόταν στην μια πολυθρόνα, «Αλλά, θα μείνω να μιλήσουμε μόνον αν με βεβαιώσετε πως δεν σας βγάζω απ΄την σειρά σας...»
«Ποιά σειρά μου, αστειεύεστε... Στον κήπο ήμουν και πέρναγα την ώρα μου και μόλις έκανα ένα ντουσάκι» είπε και θυμήθηκε πως δεν φόραγε σώβρακο, πράγμα που τον έκανε να ανακαθήσει πιό έξω στο μαξιλάρι του καναπέ για να κρύψει τυχόν ενδείξεις της έλλειψης. «Λες , να ήταν υπερβολή το ντουσάκι που είπα» σκέφτηκε, «Μήπως το πάρει σαν πρόκληση...» έξυσε το μέτωπό του για να κρύψει μιαν αθέλητη γκριμάτσα που βγήκε αυθόρμητα. «Θέλει περιποίηση ο κήπος, δεν πρέπει να μένει σε εγκατάλειψη...» είπε για να συμπληρώσει αμέσως , «Μα να βάλω ένα αναψυκτικό, ένα ποτάκι, κάτι...»
«Ένα ποτηράκι νερό είναι αρκετό, ευχαριστώ...» είπε η Πολυξένη.
«Αμέσως!» είπε κι΄έκανε να πεταχτεί όρθιος, μα αστραπιαία θυμήθηκε το σώβρακο στο βάθος του συρταριού και σηκώθηκε αργά.
Γύρισε σχεδόν αμέσως με το ποτήρι σε ένα δίσκο και το παγωμένο ποτήρι τυλιγμένο με μια χαρτοπετσέτα.
«Λοιπόν» είπε ενώ καθόταν «Σε τί μπορώ να σας φανώ χρήσιμος...»



Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΓΙΟΝ...ΚΙ ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΝΤΟΥΖΑΚΙ

Το δυάρι της Πολυξένης, των 80 παρά κάτι τετραγωνικών, ήταν καρφωμένο στον 3ο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας και ήταν «σάντουιτς» ανάμεσα στο τεσσάρι του γιατρού (δερματολόγος της συμφοράς, με τζάκι και ταριχευμένες κεφαλές που το στολίζουν) και στο τριάρι της διαχειρίστριας, αυτής με το μακό σορτσάκι ντε, προικώο από την άτεκνη και άρτι αποβιώσασσα θειά της. Αυτό σημαίνει οτι, ακριβώς δίπλα της, οικεί και κατοικοεδρεύει (της άρεσε αυτή η λέξη της Πολυξένης, χωρίς να ξέρει γιατί) το αντικείμενο του ανίερου πόθου της, των κρυφών της σκέψεων που την κάνει να χαμογελά λάγνα: ο Μιχάλης........Αχ.....ο Μιχάλης...τριαντάρης σκάρτα (μπα....σα να το καλοσκέφτεται και μάλλον τον βαφτίζει 25άρη), μελανούρι ο άτιμος, ψηλός...πολύ ψηλός και μπρατσωμένος, τουμπάνι...αχ ο Μιχάλης....Εκεί στη βεράντα του –και τώρα που ‘ναι καλοκαίρι δηλαδή, όχι πως στήνει μάτι και αυτί- τον έχει πάρει το μάτι της να κρυφογελάνε με τη γυναίκα του (πάντα με καφτό μακό σοτς) καθώς αγκαλιάζονται και γεμίζει ο χώρος πνιχτά φιλιά και (αχ Παναγιά)....μετά κλείνονται στο δωμάτιο....Και η μοναξιά της Πολυξένης γίνεται ακόμα πιο βαριά κι ασήκωτη κι η εργένικη ζωή της μίζερη και αποφλοιωμένη. Περνούν τα χρόνια, αλλά είναι νέα ακόμα η Πολυξένη, πώς να στραγγαλίσει τους πόθους της, πώς να ξορκίσει τη λίμπιντο..χαρές και πανηγύρια στο κρεββάτι της φαντάζεται συχνά πυκνά...αλλά ως εκεί... Απ’αυτή την άποψη, καλό της είναι που ο Μιχαλάκης, το καλόπαιδο, είναι διπλανός γείτονας, αφού η φαντασία της δουλεύει υπερωρία συχνά-πυκνά...από την άλλη όμως, είναι και συμφορά...Γιατί, να..δίπλα είναι το σπίτι του, δε δικαιολογείται να φορέσει το κατακόκκινο κραγιόν της, το τσόκαρο στιλέτο και το little black dress, για να πάει να πληρώσει τα κοινόχρηστα...Ε, τι να δικαιολογείται κάθε φορά.. «να, ερχόμουν μόλις από μια φίλη και πέρασα να πληρώσω, ή , να, πήγα να δω τη θεια μου στο νοσοκομείο και πέρασα να πληρώσω...».. Τι στην ευχή...πολύ καρφωτό. Γι’αυτό, αποφάσισε να φοράει μόνιμα το κόκκινο κραγιόν, τουλάχιστο να τη συνηθίζει το μάτι τους. Κι όλοι ξέρουν την Πολυξένη στον τρίτο, με το ατσαλάκωτο κορμάκι (αβασάνιστο γαρ, ούτε παιδιά γέννησε, ούτε τίποτα) και το κόκκινο κραγιόν...

Ο Θεόφιλος, αφού γρύλισε πέντε-δέκα βαριά λόγια για την τύχη του και το ριζικό του, τράβηξε τη βαριά πόρτα του ασανσέρ (αμάν, είχαν και το έξοδο να τροποποιήσουν τον ρημαδοανελκυστήρα με τη νέα νομοθεσία, θυμήθηκε), ασυναίσθητα ξανατσέκαρε κινητό και κλειδιά στην τσέπη του και τράβηξε για το διαμέρισμά του, στο δεύτερο όροφο, κάτω από της διαχειρίστριας. Σκέφτηκε να ρίξει λίγο νερό στη μούρη του πριν πάει να αναφέρει το ατυχές συμβάν και να κανονίσουν με την Αφροδίτη (τη διαχειρίστρια) για την αντικατάσταση του τζαμιού.

Φτάνοντας στην πόρτα του, αποφάσισε να κάνει ντουζ γιατί ένοιωθε τον ιδρώτα, ζεστό και κρύο, να έχει ποτίσει το μπλουζάκι του. Σύντομο ντουζάκι και θα ανέβαινε στης Αφροδίτης, αλλά πάνω που τα κανόνιζε καλά στο μυαλό του, νάτη η σκέψη της Σοφούλας με το μίνι της και, σα να αγανάκτισε ο ανδρισμός του, σα να αλαφιάστηκε ο κακομοίρης...σα να άκουσε το κουδούνι του ...Αμάν,πώς να τα διαχειριστεί όλα μαζί...
«Ποιός είναι?» ρώτησε από μακριά, μη τολμώντας να πλησιάσει το ματάκι της πόρτας, με την πετσέτα κατάσαρκα...
«Κε Θεόφιλε μου ανοίγετε παρακαλώ?»

ΜΠΡΟΚΟΛΟ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ

Την ίδια στιγμή η κυρία Πολυξένη κατέβαζε το μπρόκολο απ΄τη φωτιά όπου σιγόβραζε μαζί με μια πατάτα, για να μην βρωμοκοπάει ο τόπος, συμβουλή της κυρίας Αρτεμισίας απ΄τον πρώτο, που κατείχε όλα τα πώς και γιατί της οικοκυρικής. Έστιψε ένα ολόκληρο λεμόνι επάνω στο καυτό μπρόκολο, περιέχυσε με ένα φλυτζανάκι λάδι και το βραδυνό της ήταν έτοιμο.

Η Πολυξένη πρόσεχε πάντα τον εαυτό της και αυτό φαινόταν καθαρά στην σιλουέττα της που τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια είχε παραμείνει εντός των ορίων του αεί ποτε εικοσάχρονου σώματός της. Όσο για το «Πολυξένη», αυτό, μόλις έβγαινε εκτός συνοικίας, μετατρεπόταν σε «Πόλυ» αφού θεωρούσε πως τής ανέβαζε τις μετοχές κατακόρυφα, σε συνδυασμό πάντα με τα κλασσικά, σικ φορέματα που συνήθιζε να φοράει κολλητά στο σώμα της. Στην πολυκατοικία όμως, η Πολυξένη παρέμενε μια χωρισμένη σαρανταπεντάρα, με εξαιρετικές σχέσεις με τον ξαναπαντρεμένο πρώην της, που ήταν ευγενική με όλους, αλλά, με κανέναν τρόπο δεν άφηνε περιθώρια για οικειότητες.

Πέρασε στο σαλόνι, κάθισε στην πλαστική καρέκλα του μπαλκονιού, που τον χειμώνα την έβαζε μέσα για να κάθεται να βλέπει τηλεόραση μιας και η πλάτη ήταν αρκούντως όρθια ώστε να μην της επιτρέπει να καμπουριάζει. Η ρόμπα έπεσε στο πλάι καθώς σήκωσε σταυροπόδι το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί και ασυναίσθητα το μάτι της πέρασε πάνω από τον ξεγυμνωμένο της μηρό. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο αυταρέσκειας, μόνο τράβηξε ξανά την ρόμπα και την μάγκωσε ανάμεσα στα πόδια της, για να μην ξανανοίξει. Αισθανόταν σαν να μην ήταν πρέπον, ακόμη και τώρα που ήταν ολομόναχη στο σπίτι των ογδόντα τετραγωνικών.

Μηχανικά παρακολουθούσε κάποιους μάγειρες στην τηλεόραση να αναλύουν ένα πιάτο διαγωνιζόμενου σαν να επρόκειτο για αποτελέσματα πυρηνικής δοκιμής. Στην πραγματικότητα, το μυαλό της έτρεχε αλλού. Συγκεκριμένα, στον νεαρό διαχειριστή, που μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα ομορφούλης, αλλά,  το ματάκι του, κάθε φορά που την συναντούσε στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, την σάρωνε κανονικότατα, την χάιδευε από πάνω ως κάτω, την αναγνώριζε σαν πιθανό στόχο.

Και εκείνο που ερέθιζε περισσότερο την Πολυξένη ήταν ότι, η γυναίκα τού διαχειριστή ήταν νεότατη και, μάλλον, πολύ όμορφη. Κι’ αυτό στην προκειμένη περίπτωση, περισσότερο την κολάκευε παρά την έκανε να ζηλεύει.



Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ΟΣΜΗ ΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟΣΚΑΜΜΕΝΟ ΧΩΜΑ


«Βρε...που καταπιάστηκα να σκαρφίζομαι σενάρια και υποθέσεις σαν άλλος Μαρής...». Δεν ήξερε πολλά για το Μαρή, κάτι σκόρπια λόγια είχε πιάσει κάποτε από μια αεροσυζήτηση της αμπελοφιλοσοφίας στο γραφείο, από εκείνες που συνήθιζε ο κος Μαυραντώνης (Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγο) να κάνει με γλαφυρούς συναδέλφους του, της δεκαετίας του περί το ’70 νειάτου τους. Κι αυτές τις συζητήσεις τις γούσταρε ο κος Μπάστας, όχι τόσο για το περιεχόμενο –που σπάνια, η αλήθεια, ήταν σε θέση να παρακολουθήσει – όσο για το διαδικαστικό τους: ουισκάκι 12 years’, ξηροκάρπια που σκόρπαγαν παντού μετά το πέρας της φιλοσόφησης και το απαραίτητο πούρο. Αχ αυτό το πούρο....απωθημένο του ‘χε μείνει του Θεόφιλου. Είχε μια μυρουδιά το άτιμο...να δεις τι του θύμιζε...ντρεπόταν και στη σκέψη μόνο... Είχε ποτίσει όμως το μυαλό του η βαριά νότα του πούρου μαζί με ανεπαίσθητη οσμή μούχλας, κονιάκ και πατσουλιά, που’χαν τρυπήσει τα ρουθούνια του, κάτι χρόνια πριν, στον «οίκο» της κυρα-Φρόσως στην Πιπίνου, στο ύψος της Λιοσίων. Και όχι πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καπνίσει και ένα και δυο και τρια πούρα μαζεμένα, ο Θεόφιλος....όχι...τουναντίον, είχε γερό κομπόδεμα στην Εθνική (προθεσμιακό ανά τρίμηνο), αλλά ...ο άμοιρος...έτρεμε στην ιδέα πως αν κάνει να ανάψει το ρημάδι, θα πάθει ζημιά τρελλή και θα τρέχει να βρει το σπίτι της κυρά-Φρόσως –και ποιός ξέρει αν υπάρχει πια και πού να το πει και να μην τον φτύσουν- «άστο να παει στο διάλο...»
Σα να ένοιωσε ρίγος στη ραχοκοκκαλιά, σα να κρύωσε, σα να τρεμούλιασε...δεν καλοκατάλαβε για πότε κόλησε το χέρι του στην πετούγια της τζαμόπορτας και –με πολύ κόπο- προσπαθούσε να δώσει εντολή το μυαλό του, να κάνει τη δεξιόστροφη κίνηση να την ανοίξει. Μυαλό και εκούσια αντανακλαστικά όμως.........καμμία σχέση μεταξύ τους. «Το γαμημένο!!!!!» φώναξε κάποιος μέσα στο μυαλό του «Γύρνα το γαμημένο το χερούλι!» Κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν σίγουρα ο ίδιος, γιατί ο Θεόφιλος δεν ξεστόμιζε τέτοιες κουβέντες, ποτέ! Σκιάχτηκε ακόμα πιο πολύ όταν το κατάλαβε και έδωσε μια γερή κλωτσιά στη σκατόπορτα –που τόσα βάσανα του είχε δημιουργήσει σήμερα από την ώρα που την άνοιξε- και......κρακκκκ πρρρρρρ........ τα τζαμιλίκια στο πλατύσκαλο. Έσκασε ο Θεόφιλος! Δεν είχε ξαναπάθει ποτέ τέτοιο κακό! «Το κέρατό μου! Ποιός πάει τώρα στη διαχειρίστρια με το μακό σορτσάκι!»... Και του ‘ρθε στο μυαλό το φρεσκοσκαμμένο χώμα...Και δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο!

ΚΩΛΟΠΕΡΙΣΤΕΡΑ...


Ήταν η αστραπιαία σκέψη που ακολούθησε μόνη της, δίχως να την προκαλέσει, σχεδόν ταυτόχρονα με την κουτσουλιά που τον είχε βρεί στο σβέρκο... Τα κωλοπερίστερα του τη φυλάγανε κάθε φορά που θα κατέβαινε στον κήπο και τώρα, τον κάνανε και ρεζίλι μπροστά στο αντικείμενο του κρυφού του πόθου. Ή μάλλον, σε ένα από τα κρυφά αντικείμενα του πόθου, αφού το εργενιλίκι λειτουργούσε σαν παραμορφωτικός φακός και τίς έδειχνε όλες κούκλες. Αν και για την συγκεκριμένη, δεν χρειαζόταν κανενός είδους παραμόρφωση, ήταν μοντέλο με όλα του τα εξτρά.

Στο μεταξύ η κουτσουλιά είχε αρχίσει να απλώνει και θα έπρεπε ή να σκύψει στο πλάι για να μην λερωθεί το μπλουζάκι ή να μείνει όρθιος ελπίζοντας ότι, κανείς δεν είχε δει τίποτε.

«Αχ, Κύριε Θεόφιλέ μου, λερωθήκατε!» Αυτό το «λερωθήκατε» τούκανε λίγο σαν γέρος που χέστηκε στο κρεβάτι και θα τούριχνε κι’ άλλο το ηθικό, αν στο μεταξύ η νεαρά δεν είχε απλώσει το χέρι της, με ένα διαφημιστικό μαντηλάκι, από ‘κείνα τα αρωματικά που δίνουν στα πολυκαταστήματα για να του σκουπίσει το σβέρκο.
«Σκύψτε λίγο, δε φτάνω... », αυτό τού ανέβασε το ηθικό, ε, κοντό δεν θα τον έλεγες κιόλας, αλλά, σημασία είχε ότι, στα μάτια της ήταν ψηλός.
 «Μα μη λερωθείτε δεσποινίς» ή μήπως νάχε πει «κυρία» σ’ αυτά ήταν πάντα χαλβάς... Στο μεταξύ ξεπρόβαλε και το γομάρι, ο φίλος της, ο ατσούμπαλος όγκος που την συνόδευε.
«Τί είναι, ρε συ Σοφούλα, λερώθηκε ο άνθρωπος..;» , ακούστηκε μια ανήσυχη φωνή που δεν ταίριαζε με τον όγκο του νεαρού, για να συμπληρώσει «..Κωλοπερίστερα...» και ξάφνου ο Θεόφιλος τον συμπάθησε τον νεαρό που τον λέγανε...
«Ναι, ρε ‘συ Στέλιο, πιάσε και βρέξε στη βρύση ένα χαρτομάντηλο, ρε γαμώτη μου», η μικρή τόχε πάρει σοβαρά.
«Μη σας βάζω σε μπελά, μη λερωθείτε, δεσποινίς», είπε ο Θεόφιλος κάνοντας να σηκωθεί.
«Σωπάτε, τελείωσα, να, εδώ έχει μείνει λίγο, μην τρέξει και σας λερώσει το μπλουζάκι» είπε και τον πίεσε ελαφρά να μείνει κάτω, να τελειώσει το καθάρισμα.

Πόσον καιρό είχε να τον περιποιηθεί κάποιος τον Θεόφιλο ούτε που θυμόταν. Από τότε που είχε πεθάνει η μάνα του δεν είχε νιώσει φροντίδα πάνω του. Εκτός από μια φορά που πήγε σε ένα ξενοδοχείο στην Κυλλήνη, με τα κουπόνια της εργατικής εστίας και ήταν πολύ εξυπηρετικοί.
«Να, ορίστε, έτοιμος!» είπε η μικρή, με τον νεαρό από δίπλα να χαμογελάει ευγενικά.
«Δεν έχω λόγους να σας ευχαριστήσω» είπε θαρετά ο Θεόφιλος.
«Έχετε όμως λεμόνια!» είπε γελώντας η Σοφία «Κατεβάστε μου δυό λεμονάκια κι’ είμαστε εντάξει, την βγάλατε την υποχρέωση!»
«Μα, δεσποινίς Σοφία, τα λεμόνια είναι ολωνών, απλώς εγώ κατεβαίνω και φροντίζω τον κήπο στον ελεύθερο χρόνο μου, έτσι , για να θυμάμαι το χωριό μου στα Τρίκαλα».
«Εμείς όμως εσάς βλέπουμε εδώ, εσάς πρέπει να ρωτήσουμε», είπε ο Στέλιος.

Κύττα που τα νεούδια είχαν περισσότερην αξιοπρέπεια από άλλους μεγαλύτερους, σκέφτηκε ο κύριος Μπάστας μόλις τα παιδιά έφυγαν απ΄τον κήπο αφού προηγουμένως είχαν πάρει στα χέρια καμμιά δεκαριά μικρά, αλλά, μοσχοβολιστά λεμονάκια.
Έπρεπε να ανεβαίνει και ‘κείνος σιγά-σιγά, είχε πάρει να νυχτώνει, αλλά...κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι σα να τον κράταγε ακόμη εδώ κάτω...
Έψαξε μεσ΄το μυαλό του, γύρισε από ‘δώ κι’ από ‘κει, ψάχτηκε για τα κλειδιά του και το κινητό, όλα στην θέση τους.
Προχώρησε προς την τζαμόπορτα, δρασκέλισε το παραπέτο με το μυαλό ακόμη να προσπαθεί να βρει το στραβό και τότε ακριβώς, το μάτι του έπεσε εκεί που είχε πέσει και προηγουμένως, όσην ώρα ήταν σκυφτός και η Σοφία του καθάριζε το σβέρκο.
Το χώμα κάτω από το μπαλκόνι του ισογείου έδειχνε να είναι φρεσκοσκαμμένο και πατημένο. Όλα τα χορτάρια σε ‘κείνο το σημείο έλειπαν και έδειχνε σαν κάποιος νάχει ρίξει από πάνω άλλη πρασινάδα για να σκεπάσει κάτι, μα τα χόρτα είχαν ξεραθεί κι’ έφτιαχναν μια μπεζ κηλίδα ανάμεσα στην υπόλοιπη πρασινάδα.

Τι παράξενο... Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, δεν υπήρχε ορατότητα από κανένα άλλο μπαλκόνι εκτός από εκείνο του ισογείου...


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Γριννννννννννν ....η τζαμόπορτα


«Μπα ανάθεμά σε στριμμένο άντερο....» φούντωσε ο Θεόφιλος, αναγνωρίζοντας πάλι το συριγμό εκείνης της παλιόπορτας με το ραγισμένο τζαμιλίκι, καθώς έκλεινε. Είναι από τις λίγες φορές που δεν τον ενόχλησε ο απαίσιος αυτός θόρυβος. Ήθελε το συντομότερο δυνατό, να του αλαφρύνει τον αέρα που ανέπνεε ο παλιομίζερος γείτονας, ο Ανέστης ο κακοφορμισμένος..Αναστέναξε βαθιά να οξυγονωθεί ο εγκέφαλος που τα τελευταία λεπτά τον τσίμπαγε περίεργα, έσιασε το τσουλούφι από το μέτωπο –πάλι κούρεμα ήθελε το αναθεματισμένο το παλιόμαλλο- κοίταξε ψηλά στη λεμονιά μέχρι να φύγει το βλέμμα και να συναντήσει λίγο γαλάζιο του ουρανού και, να ‘το πάλι το αληθώρισμα. Έκανε να κόψει πέρα, προς την απέναντι μεριά, στη μάντρα με τους τσιμεντόλιθους...μια κίνηση τακτικής ήταν, πρώτα για να απομακρυνθεί από το αίτιο που του σκότιζε το μυαλό και του αληθώριζε το μάτι και, έπειτα, να αντικρύσει από άλλη οπτική γωνία το...πώς να το ‘λεγε βρε αδερφέ..δεν ήταν και σίγουρος τι ήταν αυτό το παλιόπραμα...για το μόνο που ορκιζόταν ήταν για κάτι πιτσιλιές κόκκινες, απροσδιόριστου σχήματος....αχ...τι έπαθε ο μαύρος! ...αχ....γρρινννννν...η τζαμόπορτα......σκασμένη σκατόπορτα!!!!!!!!!
                «Χαχαχα έλα, κατέβα, μμμμ».... «Έλα καλέ, τι τραβιέσαι έτσι..........», «Ωχ, κύριε Θεόφιλε!!!!! Τι κάνετε....να εδώ ήρθαμε με το φίλο μου να....να κόψουμε ένα λεμόνι για τη μάνα μου. Ξέρετε, ξέμεινε από ξυνό και θέλει να αυγοκόψει τους ντολμάδες και...» έλεγε, έλεγε, έλεγε η κόρη του ταξιτζή από τον πρώτο, αναψοκοκκινισμένη από την ντροπή αλλά και τον πόθο συνάμα και σκαπέτισε το σκαλοπάτι για να βρεθεί σχεδόν στην αγκαλιά του Θεόφιλου. «Καλέ τι μαρτύριο είναι αυτό απόψε!» σκέφτηκε ο κακομοίρης... Ένας κακοφτιαγμένος σκυφτούλιακας με καημό να φυτέψει φασολιές από τη μια, μια νεράιδα με allstar και μισερή φούστα (λείπει ύφασμα, έτσι σκεφτόταν πάντα ο Θεόφιλος για τα μινι που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από κάθε λογιών πόδια) από την άλλη, το αλήθωρο μάτι του από την τρίτη...........τρικυμία εν κρανίω εν ολίγοις... « Δε...δεν έχει λεμόνια εδώ χαμηλά...πρέπει κάποιος να ανέβει να...». Κόπηκε η σκέψη του στη μέση. Λες να θέλει να ανέβει εκείνη; Και η μισερή φούστα; Κι αυτός είναι από κάτω από τη λεμονιά...κι ο αμούστακος που στεκόταν στο κατώφλι; « Πα να φύγουμε Θεόφιλε..» είπε στον εαυτό του κι έννοιωσε ένα πλάτς στον ώμο του...... «Φτου σου!»....

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

ΦΑΣΟΛΙΕΣ...

Ο μόνος που δεν θα ήθελε νάχει συναντήσει ο Θεόφιλος, το πιό ξινό μούτρο της πολυκατοικιας, ο Ανέστης ο δικολάβος, δηλαδή, γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο ήταν και καθόλου δικηγόρος, αλλά η όλη του συμπεριφορά έδειχνε πικραμένο χασοδίκη, βγήκε, στην ουσία ξεμύτισε στον ακάλυπτο. Και λέμε ξεμύτισε γιατί όπου και να πήγαινε ο Ανέστης πρώτα η μύτη του ερχόταν στο προσκήνιο και μετά ακολουθούσε, αν ακολουθούσε τελικώς και δεν άλλαζε γνώμη, ο Ανέστης. Επρόκειτο για μια μύτη ιδιαιτέρως εξέχουσα της οποίας ο ρόλος εμπροσθοφυλακής που είχε αναλάβει, τής είχε ανατεθεί από την πλάτη, ή καλύτερα από αυτό που κάποτε ήταν πλάτη και τώρα έμοιαζε με ηπειρώτικο γεφύρι: καμπυλωμένη όσο έπαιρνε, τόσο που οι ώμοι έφταναν να συναντηθούν λίγο κάτω από το ανύπαρκτο στήθος.
"Ο κήπος είναι ολωνών, κύριε Μπάστα! Εγώ θέλω να φυτέψω φασολιές! Τί έχεις να πεις για αυτό;"
"Να φυτέψεις κύριε Ανέστη, να φυτέψειςνα ομορφύνει ο χώρος", είπε με ψεύτικη χαρά ο Θεόφιλος."Τί καλύτερο από το πράσινο, όταν μάλιστα μπορεί και σε τρέφει κιόλας!"
"Μα δεν θέλω να τα τρώω! Να τα φυτέψω θέλω!" επέμεινε ο απροσδιορίστου ηλικίας μαγκούφης.
"Ε, ποιός σε κρατάει, φύτεψέ τα..." απάντησε ο Θεόφιλος ανοίγοντας την βρύση για να γεμίσει τον κουβά, καταλαβαίνοντας πως η κουβέντα είχε κακό δρόμο πάρει...
"Ε, λοιπόν, εγώ θέλω να τα φυτέψω εκεί!" είπε ο Ανέστης δείχνοντας το παρτεράκι που είχε φτιάξει ο Θεόφιλος και είχε βάλει σειρά-σειρά μικρά φυτά ορτανσίες και μπιγκόνιες για να τις μεταφυτέψει μετά σε άλλα μέρη του κήπου.
"Μα εκεί δεν γίνεται..." είπε ο Θεόφιλος, "έχει ήδη φυτεμένα..."
"Και ποιός τα φύτεψε, παρακαλώ, χωρίς να ρωτήσει κανέναν; Με ρώτησες που τώρα διεκδικείς και ιδιωτικό χώρο στον κήπο; Δε με ρώτησες: Άρα, τώρα αποφασίζω εγώ πού θα φυτέψω και θέλω εκεί ακριβώς!!!" στρίγγλισε ο Ανέστης δείχνοντας την θέση που είχε φυλάξει στην επάνω οδοντοστοιχια του για το καλαμάκι της πορτοκαλάδας.
Ο Θεόφιλος έκλεισε την βρύση απαλά, γύρισε απαλά, περπάτησε απαλά και πλησίασε τον άνθρωπο:
"Δεν θα φυτέψεις τίποτε αν δεν σου επιτρέψω εγώ!" είπε σε χαμηλό τόνο, ώστε αν κάποιος από τα διπλανά παράθυρα ή μπαλκόνια ήταν έξω δεν θα μπορούσε να τον έχει ακούσει,"Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!" συμπλήρωσε για να αναττριχιάσει αμέσως όχι τόσο με την ιδέα που ξεστόμισε, αλλά, με το θράσος που δεν πίστευε πως διέθετε.
Ο καμπύλος άνθρωπος γύρισε σαν αυτόματο προς την πόρτα, σύρθηκε σαν νάτανε να σωριαστεί, έφτασε, ακούμπησε στο πλάι και γύρισε: "Θα μου σκάψεις ένα άλλο παρτέρι τότε, όπου θες εσύ... Γιατί εγώ δεν ξέρω να σκάβω και πολύ φοβάμαι πως να κατέβω να σκάψω μπορεί να κάνω καμμία ζημιά στα λουλούδια σου... Έχω μια απίστευτη διάθεση να δω φασολιές να μεγαλώνουν.." και χάθηκε στο σκοτάδι του δωματίου του καυστήρα.




ΤΟ ΨΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ....

            Tου ρθε και τ'άλλο στο μυαλό του Θεόφιλου....Εκείνο το βιβλίο που 'χε δει στη βιβλιοθήκη της διαχειρίστριας, που 'χε πάει να πληρώσει τα κοινόχρηστα (είπαμε..τρέχοντα και ασθμαίνοντα, νομοταγές ων, άψογο και άμεμπτο στις υποχρεώσεις του....να τονε κουβεντιάσουν οι άλλοι πως τάχα καθηστέρησε τα κοινόχρηστα; ποτέ). "Το ψέμμα ζει μόνο μια νύχτα" το λεγαν το ανάγνωσμα. Κι όταν το 'δε, αναρωτήθηκε..."μα μια νύχτα μόνο? Μπα, ξέρω ψέμματα που αντέχουν και παραπάνω". Ξεσκότισε αμέσως το μυαλό του από την εικόνα της παιχνιδιάρας διαχειρίστριας με το μακό σορτσάκι και το νεαρούλη σύζυγο -νιόπαντρο ζευγαράκι ήταν ντε- και καμώθηκε να συρθεί δυο βήματα πιο πίσω, εκεί που η άκρια του ματιού -είχε ωραίο μάτι ο Θεόφιλος κι ας είχε ρυτιδιάσει- είχε πιάσει το μελλούμενο βάσανό του απ'την αρχή.
             "Δεν είναι τίποτα" μονολόγησε..."Ωχ αδερφέ, ένα παλιοσκουτί πεταμμένο, ε και;" Πήγε παραπέρα να ακουμπήσει στη λεμονιά το καπελάκι του. Είχε πέσει ο ήλιος, τον ζέσταινε κιόλας, βρήκε κι ευκαιρία ο κ.Μπάστας να προσπεράσει την "ένδειξη", μοσχομύριζε κι η λεμονιά...πολύ δεν ήθελε, αποτραβήχτηκε.. Το πλαϊνό του ματιού όμως, σα να αληθώριζε βρε αδερφέ! Σα να έγερνε κατά κείθε μεριά..."Ωχου" αναλογίστηκε...δεν πρόλαβε να συνεχίσει τη σκέψη του και η σιδερένια πόρτα με το σπασμένο τζάμι βόγγηξε...

ΚΟΝΤΑ ΠΟΔΑΡΙΑ...

Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να γέρνει όταν ο Θεόφιλος Μπάστας αποφάσισε να κατέβει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας για να σκαλίσει τα φυτά. Ήταν κάτι που του άρεσε να κάνει ακόμη και μη έχοντας κανένα όφελος, εφ' όσον υπήρχε κηπουρός, που πρόσεχε τον "κήπο", όπως αρεσκόταν να τον περιγράφει η κυρία Πολυξένη που είχε δυάρι στον τρίτο και δεν είχε κανένα παράθυρο να βλέπει στον ακάλυπτο.

Ο Θεόφιλος ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα με το ραγισμένο τζάμι, δρασκέλισε το ψηλό παραπέτο που σκοπό είχε να προστατεύει το υπόγειο από τα νερά της βροχής και βγήκε στο πατημένο χώμα.
Δεν ήταν πολλά τα φυτά που φύτρωναν εκεί έξω, δεδομένου ότι, ο εργολάβος είχε αποφασίσει να ρίξει όλα τα μπάζα σ' έναν τεράστιο λάκκο, ακριβώς εκεί όπου έφτιαχναν και το χαρμάνι του ασβέστη.
Αποτέλεσμα, ένα νεκρό χώμα που όσο και να το σκάλιζες και ό,τι και να φύτευες, το κατασπάραζε, αφού προηγουμένως το είχε καταξεφτιλίσει με κηλίδες, κιτρινίσματα, ξεράματα, φυλλόπτωση και κάθε λογής αρρώστεια.

Σήμερα όμως, ο κύριος Μπάστας θα ανακάλυπτε πως υπήρχε ένα σημείο στον κήπο, που το παρελθόν του δεν έκρυβε σκέτο ασβέστη και μπάζα. Θα ερχόταν σε επαφή με τους πιό μύχιους φόβους οποιουδήποτε νομοταγούς πολίτη, που μονίμως έσπευδε από τους πρώτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος, που πάντα έκοβε ταχύτητα στο πράσινο με φόβο μήπως και τον πιάσει πορτοκαλί και δεν προλάβει να σταματήσει εγκαίρως. Δεν θα του άρεσε σε καμμιά περίπτωση να πρέπει να απολογηθεί σε κάποιον τροχαίο, ακόμη και αν είχε δίκιο, πόσο μάλλον να πει ψέμματα, δεδομένου ότι, η μακαρίτισσα η γιαγιάκα του συνήθιζε να του λέει, κι' αυτός λάτρευε την γιαγιάκα του, πως, ""Το ψέμμα 'έχει κοντ'α ποδάρια"...