Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ...

Δυνατός χαρακτήρας δεν ήταν ποτέ. Δύσκολα θα έλεγε όχι εάν απέναντί του στεκόταν κάποιος με αποφασιστικό χαρακτήρα. Αρκούσε τότε μια μικρή δόση επιμονής από τον άλλον για να συγκατανεύσει ο Μιχάλης.

Όσο εντυπωσιακός έδειχνε έτσι καλογυμνασμένος και μπόλικος που ήτανε, τόσο μαλθακός αποδεικνυόταν όταν είχε ν'αντιμετωπίσει κάποιον με θέληση. Η δική του η θέληση σταμάταγε στο πόσα κιλά πάγκο θα έκανε την επόμενη φορά στο γυμναστήριο, μέχρις εκεί.
Μόλις άκουγε τον συνομιλητή να χρησιμοποιεί λέξεις ακαταλαβίστικες που θυμόταν νάχει ακούσει πριν από χρόνια στο λύκειο από την φιλόλογό του την Κα Πεδιλάτου, η θέλησή του του έλεγε χαμηλόφωνα να συμφωνήσει όσο πιό γρήγορα γίνεται και να τελειώνει.

Βέβαια, η θέλησή του, ουσιαστικά, ήταν εκείνη που τον προστάτευε, αφού τον γλύτωνε από περαιτέρω εξευτελισμό, δεδομένης της διανοητικής του ικανότητας που περιοριζόταν στον υπολογισμό των κουταλιών πρωτεΐνης που θα χρειαζόταν μέχρι να τελειώσει ο κουβάς, οπότε και θάπρεπε να παραγγείλει άλλον. Αυτός ο υπολογισμός ήταν αρκετή πνευματική δραστηριότητα για μια εβδομάδα ακριβώς. Τόσο κράταγε ο κουβάς με το πρωτεϊνούχο ρόφημα.

Είχε δεχτεί λοιπόν αβασάνιστα την πρόταση του Κου Μπάστα, που σαν "γραμματιζούμενος", ήξερε να κάνει την διαταγή του να μοιάζει με πρόταση, στην οποία ο Μιχαλάκης δεν θα μπορούσε παρά να συναινέσει.

"Εσείς, Κύριε Μιχάλη, δεν θα κάνετε τίποτε", του είχε απευθυνθεί στον πληθυντικό ο Θεόφιλος.
Στον πληθυντικό ο Μιχάλης άκουγε να του απευθύνονται μόνον από το τηλέφωνο, οι τράπεζες που ήθελαν να του πουλήσουν κανένα δάνειο.  Δεν κολακευόταν. Σάστιζε. Θαρρούσε πως ο άλλος έβλεπε πάνω του μιαν αξία, που τόσο οι ίδιος όσο και οι άλλοι αγνοούσαν ή αδυνατούσαν να εκτιμήσουν.
Προσπαθούσε τότε να πάρει μια σοβαρή έκφραση, να δείξει πως του άξιζε η τιμή, να δείξει πως πράγματι ανήκε στο επίπεδο που τον τοποθετούσε ο Κος Μπάστας.  Κι' αυτή η σοβαρή έκφραση τον έκανε γελοίο σε επίπεδο τρόμου. Ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε συνομιλητή να μείνει απαθής, χωρίς να γελάσει αθέλητα μπροστά σε μια τέτοια τραγική καρικατούρα. Ο Φρανκενστάιν σε ρόλο δασκάλου, θα μπορούσε να πείσει μερικούς γονείς για το αγαθό των προθέσεών του. Ο Μιχάλης σε ρόλο σοβαρού συνομιλητή θα έπειθε μόνον την γυναίκα του. Η οποία ήταν και η μόνη που μπορούσε να τον κοντράρει σε επίπεδο και ένταση βλακείας.

"Απλώς, θα φροντίσετε να γίνει η συνέλευση και αφήστε τα υπόλοιπα πάνω μου. Θα βρω μια ευκαιρία να αρχίσω να μιλάω και θα πάει η συζήτηση εκεί που πρέπει. " συνέχισε ο Θεόφιλος, έχοντας πλήρη έλεγχο της κατάστασης.
"Δηλαδή για τον κήπο..." έκανε σοβαρός ο Μιχάλης κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών του με σμιγμένα τα φρύδια, σαν να κατανοούσε την βαρύτητα του επικείμενου συμβάντος, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν ήταν και σίγουρος πως είχε καταλάβει σωστά και ήθελε να βεβαιωθεί για το αντικείμενο της έκτακτης συνέλευσης.

"Ναί! Ακριβώς!" είπε ο Θεόφιλος εννοώντας το ακριβώς αντίθετο. Ότι, δηλαδή, σε καμμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να είναι προϊδεασμένοι οι συμμετέχοντες για το θέμα του κήπου, που ήταν το ζουμί της υπόθεσης.
"Αλλά, δεν θα τους πούμε κατ΄ευθείαν για τον κήπο, γιατί τότε δεν θα νοιαστούν και πολύ και δεν πρόκειται να τελειώσουμε ποτέ και θα μπλέξουμε σε ατέλειωτες συζητήσεις", είπε ο Θεόφιλος που ήξερε πως ο Μιχάλης ένα πράγμα έτρεμε και αυτό, ήταν οι συζητήσεις...
"Εμείς, δηλαδή εσείς που είστε και ο Διαχειριστής, θα πείτε πως η πολυκατοικία δεν είναι όσο πρέπει καθαρή και αυτό είναι κάτι που πρέπει να διορθώσουμε και μάλιστα, γρήγορα. Τότε μόνον, θα δείτε εμένα να μπαίνω στην συζήτηση και να κάνω νίξη για τον κήπο" και καταλαβαόινοντας ότι είχε μόλις χρησιμοποιήσει άγνωστη λέξη συμπλήρωσε βιαστικά "Θα φέρω δηλαδή το θέμα στον κήπο και την καθαριότητά του, που όπως και να το κάνουμε, είναι ψιλοχάλια."
Αυτό το "ψιλο" τόχε βάλει επίτηδες, γιατί ήξερε πως θα έκανε τον Μιχάλη να αισθανθεί οικεία, να χαλαρώσει και όχι μόνον να συμφωνήσει, αλλά και να θυμάται τί ακριβώς έπρεπε να κάνει.

Ο σκοπός αγίαζε τα μέσα τώρα περισσότερο από ποτέ. Και ο σκοπός ήταν, τρία ζευγάρια μάτια να παρατηρήσουν με προσοχή τα πρόσωπα των ιδιοκτητών και των ενοίκων την ώρα που ο Θεόφιλος θα απαιτούσε να ανασκαφεί ο κήπος γιατί το έδαφος είναι νεκρό και πιθανότατα μολυσμένο και επικίνδυνο ακόμη και για την υγεία των κατοίκων, αφού τα ρολόγια του νερού από στιγμή σε στιγμή θα μπορούσαν να μολυνθούν από τα απόβλητα των τριγύρω μονοκατοικιών, που έχοντας παληές, κεραμικές αποχετεύσεις, πιθανότατα σπασμένες, άφηναν τα βρωμόνερά τους στους τριγύρω ακάλυπτους, άρα και στον δικό τους. Απίθανο σενάριο, που τόχε εμπνευστεί από έναν φίλο του Πετραλωνιώτη που πλήρωσε μια περιουσία όταν πλημμύρισαν τα υπόγεια της διπλανής πολυκατοικίας εξ'αιτίας της πεισματάρας θείας του, που δεν εννοούσε να παραδεχτεί πως το σπίτι, και άρα και η ίδια, ήταν παληό και ήθελε επισκευή.

Αυτή την συνέλευση έβλεπε σαν πρώτο βήμα για να αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Τί άλλο να έκανε. Να καλούσε την αστυνομία; Ετσι και βρισκόταν τίποτε, θα μαζευόταν οι τηλεοράσεις και θα γινόταν τόσος ντόρος που θα τους έβγαινε ξινό. Και θα μαγαριζόταν η πολυκατοικία μια για πάντα. Και θα έπρεπε να περιμένει να ξεχαστεί μετά από πολλά χρόνια η υπόθεση για να μπορέσει επιτέλους να πουλήσει το κωλόσπιτο και να φύγει για πολύ συγκεκριμένο προορισμό που είχε εδώ και χρόνια στο μυαλό του.
Να φύγει και να χαθεί από γνωστούς κι'αγνώστους, από εχθρούς και φίλους...
 
Και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Θεόφιλος βαθειά μέσα του, στην δική του, κατάδική του κόλαση της καχυποψίας, απλώς ήλπιζε ότι, τα άλλα δύο ζευγάρια μάτια, εκτός απ΄ τα δικά του, της Πολυξένης και της Αρτεμισίας δηλαδή, δεν ανήκαν σε κάποιον από τους υπόπτους της υπόθεσης...







Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ένας υπέροχος άνθρωπος


Η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. 
Δεν μοιάζουμε σαν χαρακτήρες, αλλά, αυτό δεν με εμποδίζει να παραδεχτώ ότι είναι καλύτερος άνθρωπος από μένα. 

Απ΄την αρχή φάνηκε η διαφορά μεταξύ μας και νομιζω πως και ‘κεινη με το περίφημο στους κύκλους της οικογένειας διαδακτορικό, συμβιβάστηκε με έναν σύζυγο του δημοτικού, που θα της ήταν όμως πιστός και θα της εξασφάλιζε τα απαραίτητα. Αν και απαραίτητα δεν ήταν όλα όσα ζητάει η γυναίκα μου. 

Και λιγότερο απαραίτητο είναι το μαγαζί που της άνοιξα όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη και τους νέους καλλιτέχνες. Τέλος πάντων, της αναγνωρίζω την ανατροφή που έχει δώσει στα παιδιά. Αν είχαν εμένα σαν παράδειγμα θα ήταν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Το αυτοκίνητο, ο δρόμος, η κούραση, οι πελάτες, δεν σ’αφήνουν την ευκαιρία να πάς σε πιό «ποιοτικούς» δρόμους. Πέφτεις μέσα στα σκυλοτράγουδα και στις μεταγραφές και τις διαιτησίες πριν το πάρεις χαμπάρι. Ξεκινάς για χαβαλέ, για να γελάς λίγο, για νάχεις μια παρέα που σε κάνει να ξεχνιέσαι και μετά, έχεις γίνει ένα πράγμα με το αντιϊδρωτικό κάλυμμα, χυμένος επάνω στο τιμόνι, σταυρωμένος στο λεβιέ των ταχυτήτων. Τί παιδί να αναθρέψεις, τί να του πεις; «Κύττα, κορίτσι μου, μη γίνεις πουτάνα και πρόσεχε παλλικάρι μου, μη γίνεις πούστης...». Αυτή την διαπαιδαγώγηση θα τους έδινα εγώ και ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο του γιού όταν θα πρωτογάμαγε. Χέσε και φασκέλωστα δηλαδή...
Ευτυχώς η Όλγα καλύπτει όλο αυτό το δικό μου τίποτα και μάλιστ, διακριτικά, χωρίς να με προσβάλλει ποτέ, είτε με την στάση της είτε με τα λόγια της. Και δεν έχω παράπονο ούτε για τις ιδιωτικές μας στιγμές. Δε λέω περισσότερα γι’αυτό το θέμα. Δεν είμαι καλλιεργημένος και δεν ξέρω πού σταματάει η οικειότητα και πού αρχίζει η προστυχιά, προτιμάω λοιπόν, να μη πω άλλα.
Αλλά, αυτό που είχαν από μικρός, μου βγήκε και στον γάμο μου. Είχα μάθει μόνος μου και ποτέ δεν κατάφερα να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι. Μιά φορά, έξι-εφτά χρονών θάμουνα, μεσα στο καταχείμωνο, με είχαν βάλει να κοιμηθώ με τον ξάδερφό μου τον Νώντα στο κρεββάτι των γονιών του. Είχαν ένα γλέντι και για να μην ξενυχτήσουμε εμείς τα μικρά, μας έβαλαν στο διπλό κρεββάτι της θείας και του θείου. Ε, μόλις αποκοιμήθηκε ο Νώντας, γύρισα κι΄έπεσα στο παρκέ, κατάχαμα. Πιότερο μ’ένοιαζε το σώμα δίπλα μου που δεν άντεχα να το νιώθω, παρά το κρύο. Μετά που αρραβωνιστήκαμε με την Όλγα τής έκαμα εξήγηση, το και το, δεν είναι που δεν σε θέλω, αυτό τόξερε πως δεν ίσχυε, είναι που δεν μπορώ. Μπορεί να με πιάσουν και κλάμματα άμα μ΄αναγκάσεις να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι.
Γι’αυτό έχουμε χωριστές κάμαρες. Και τα παιδιά έχουν το καθένα δικο του δωμάτιο. Θα πεις αυτά είναι και μεγάλα και είναι δύσκολα να αλλάζουν τόνα εμπρός στο άλλο, να τυρρανιώνται όσο νάναι στη δύσκολη ηλικία. Εγώ, για την ακρίβεια, κοιμάμαι στο σαλόνι. Με βολεύει ο καναπές. Και τα παιδιά ξέρουν πως έχω περίεργα ωράρια και πέφτω στον καναπέ για να μην ενοχλώ την μάνα τους. Έχουν αυτά τις δικές τους έννοιες τώρα, τα φροντιστήρια, τα αγγλικά, το άλλο φύλο, δεν πολυασχολούνται με μας. Η Σοφίτσα φέρνει και κείνο το παλλικαράκι στο σπίτι πολλές φορές, τον Στλιο και καμμιά φορά μένει και εδώ. Από το να γυρνάνε στα παληοξενοδοχεία, καλύτερα...
 
Το δωμάτιο της γυναίκας μου πάλι, βλέπει πίσω, στον ακάλυπτο. Και επειδή δεν έχει να σηκώνεται νωρίς, κάθεται μέχρι αργά, χειμώνα –καλοκαίρι και πίνει ένα ποτό έξω στο μπαλκόνι. Έχει τώρα τρεις μέρες, που αν και δεν πέφτει νωρίς, δεν βγαίνει και στο μπαλκόνι. Τη ακούω να περπατάει μέσα στο δωμάτιό της με χαμηλά την μουσική και θάθελα να ξέρω γιατί, μα ντρέπομαι είναι η αλήθεια. Ίσως να αποφεύγει κάποιον ενοχλητικό σε απέναντι μπαλκόνι, ίσως πάλι να έχει βαρεθεί την γειτονιά που μένουμε, μα όπως και νάχει ντρέπομαι και να ρωτήσω και ντρέπομαι να ακούσω και την απάντηση, που μπορεί να θίγει τις δυνατότητές μας.

Ή μπορεί να φοβάμαι κιόλας να ρωτήσω. Φοβάμαι μήπως ανακαλύψω κάποιον ίσκιο στα μάτια της, τον ίσκιο κανενός άλλου. Μπορεί να έχει ό,τι θέλει. Εγώ δεν αντέχω να το ξέρω. εγώ ξέρω πως η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και έτσι θέλω να μείνει η εικόνα της στο μυαλό μου. Και αφού εκείνη είναι η μορφωμένη, ας επιλέξει πότε θα μου πει αυτά που έχει να μου πει, όταν θα τάχει έτοιμα για να μου τα πει.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ο ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡ

Ο φρεσκοψημένος καφές γέμισε το διαμέρισμα με την έντονη μυρωδιά του και τα τελευταία ρεψίματα της καφετιέρας σήκωσαν απ΄τον καναπέ την Σοφία, που  φορώντας ακόμη το κοντό της σορτσάκι παρά το προχωρημένο φθινόπωρο, πήγε προς την κουζίνα για να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ.

Ο Στέλιος είχε φύγει από ώρα γιατί είχε διάβασμα για την εξεταστική του που δεν πεπαιρνε άλλες αναβολές. Ήταν αναγκασμένος εδώ και χρόνια να δουλεύει και να σπουδάζει παράλληλα και αυτό είχε πάει πίσω αρκετά τα  χρωστούμενα μαθήματα. Ευτυχώς, είχε τη στήριξη των δικών του και δεν τον πείραζε και τόσο που είχε μείνει μόνος χωρίς πτυχίο από την ειδικότητά του.
Οι άλλοι του τμήματός του είχαν από καιρό τελειώσει και δεν έχαναν ευκαιρία να περνούν από το ταχυφαγείο που εργαζόταν και να τον τσιγκλάνε με τον τρόπο τους.
Αλλά, ο Στέλιος ήταν εντάξει με την συνείδησή του και εφάρμοζε αυτό που έλεγε "ψυχολογικό τζούντο", τους έπιανε δηλαδή με την ορμή τους και τους πέταγε στο πλάι, δεν έφερνε καμμιά αντίρρηση στα λόγια τους, αντιθέτως έπαιρνε τα πειράγματα και τα έκανε μεγαλύτερα, οπότε η επίθεση έχανε τον στόχο της.

Πίσω στο σπίτι της Σοφίας, που στο μεταξύ πρόλαβε να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ, η αμηχανία μεγάλωνε. Η Σοφία είχε μια περίεργη αίσθηση του εαυτού της. Ήταν απολύτως ειλικρινής με τα αισθήματά της και δεν κρυβόταν από τον ίδιο της τον εαυτό. Ήξερε πώς ένιωθε, τί ένιωθε και για ποιόν λόγο ακριβώς. Ήξερε πως το κοντό σορτσάκι, για παράδειγμα,  ήταν μιά άρνηση του χειμώνα μεταφορικά και πραγματικά. Επίσης, ήξερε πως της άρεσε το ότι ο Στέλιος, παρά τα τρία χρόνια που ήταν μαζί, ήθελε κάτι να κρατάει την σχέση ζεστή.

Έτσι, και ιδού η πηγή της αμηχανίας της, η Σοφία, με τις ίδιες ενδοσκοπικές ικανότητες, είχε διαγνώσει πόσο της άρεσε να μιλάει, να συναναστρέφεται θάταν πιό σωστό να πει κανείς, με τον κύριο Θεόφιλο. Οι εργένηδες σπανίως διεγείρουν την φαντασία των γυναικών και μάλιστα, των δικών της κυβικών. Αλλά, ο κύριος Θεόφιλος ήταν εντελώς διαφορετικός.
Είχε μιαν απόσταση από τα δυνατά της σημεία, σαν να μην τον ένοιαζε το πόσο γυναίκα ήταν και μάλιστα, ήταν σαφές ότι του άρεσαν οι γυναίκες, είχε δει πώς γλύκαινε το πρόσωπό του όταν μίλαγε στην Πολυξένη για παράδειγμα.

Τότε τί ήταν... Μήπως το ότι είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας..; Αλλά, αυτό ακριβώς ήταν που έκανε την Σοφία να έλκεται από τον Θεόφιλο. Ήταν ένας άντρας με την ωριμότητα του πατέρα της, το σοφιστικέ στύλ του καθηγητή της των Ιταλικών και χωρίς καθόλου από την αδεξιότητα του Στέλιου, που όσο και να το κάνεις, είχε την ορμή που χρειαζόταν οριζοντίως, αλλά τούλειπε αυτό το κάτι στους τρόπους.

Και τέλος, η Σοφία εύρισκε ότι, η μοναχικότητα του κυρίου Θεόφιλου δεν ήταν στείρα. Είχε φτιάξει τον κόσμο του, το αποκλειστικό του περιβάλλον, με τα βιβλία του, τις μουσικές του, τις ασχολίες του και ήταν αυτάρκης μέσα σ΄αυτόν. Μ' άλλα λόγια ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, που είχε όμως, αποφασίσει να μένει μόνος του.
Όσο για το άλλο, η Σοφία προσπαθούσε να τον φανταστεί το βράδυ, όταν όλη η πολυκατοικία ησύχαζε και δεν υπήρχε ψυχή στους κοινόχρηστους χώρους, να δέχεται την επίσκεψη μιας ξεχωριστής συντροφιάς. Από την μισάνοιχτη πόρτα βγαίνουν οι χαμηλές νότες μιας απαλής τζαζ, ο Θεόφιλος στέκεται στο ημίφως με ένα ποτήρι ακριβό malt στο χέρι, υποδέχεται μ' ένα πλατύ χαμόγελο ένα θηλυκό αιλουροειδές, που τον χαιρετά μ' ένα φιλί στο μάγουλο και χάνονται κι' οι δυό πίσω από την πόρτα που κλείνει αργά.
Η Σοφία θάθελε πολύ νάναι αυτή εκείνο το αιλοουροειδές, που ακουμπάει την τσάντα της στο τραπέζι τιυ σαλονιού και σταυρώνει φιλάρεσκα τα πόδια της στον καναπέ του Θεόφιλου κρατώντας το ποτό της με τα δυό χέρια, ζητώντας λίγο νερό, έτσι, για να τον βάλει να κάνει κάτι γι΄αυτήν...

Ως εδώ. Θα πήγαινε να του μιλήσει. Αφορμή υπήρχε, εκείνο το θέμα με την αλλαγή του ασανσέρ, που ο Θεόφιλος είχε την εμπειρία και την οργανωτικότητα να το κανονίσει.
Άλλαξε στα γρήγορα το χιλιοφορεμένο σορτσάκι μ΄ ένα εφαρμοστό τζην και κίνησε προς την πόρτα. Έπιασε το χερούλι και σταμάτησε. Γύρισε πίσω, πέταξε το τζην και φόρεσε ένα γκρί πρόχειρο φόρεμα. έλυσε τα μαλλιά της και τράβηξε την πόρτα πίσω της.





Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΦΟΒΟΣ!!!

Ο Ανέστης Μιρμίτζογλου ήταν αυτό που λέμε εριστικός άνθρωπος.   Την κάθε του κοινωνική, λέμε τώρα, επαφή την αντιμετώπιζε σαν πολεμική συμπλοκή και είχε εφεύρει κανόνες εμπλοκής βασισμένους σε τεχνικές που εφαρμόζουν οι δικηγόροι στις δικαστικές αίθουσες.
Ένοιωθε σχεδόν πάντα αυτοπεποίθηση στις συζητήσεις του. Μια αυτοπεποίθηση  που του προσέφερε η αγένειά του, η σχεδόν τσαμπουκαλίδικη επιθετικότητά του και η  επίκληση  στις κουβέντες του ανύπαρκτων νόμων και αμφιβόλου ορθότητας νομικών γνωμικών που υποστήριζε με σθένος εκμεταλλευόμενος την επαγγελματική του ιδιότητα. Γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο, αν και ποτέ δεν έμπαινε στον κόπο να διορθώσει εκείνους που εσφαλμένα νόμιζαν ότι ήταν πραγματικός δικηγόρος. Ο αέρας της αλαζονείας του, δημιουργούσε συχνά τέτοιου είδους εντυπώσεις.
Σήμερα όμως ένοιωθε ταπεινωμένος. Είχε ηττηθεί. Είχε χάσει την μάχη και μάλιστα από ποιόν; Από τον Θεόφιλο, τον κύριο Τίποτα.
Αυτό το ανθρωπάκι σήκωσε το ανάστημά του και έγινε απειλητικό θεριό. "Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!"  Οι λέξεις δεν ξεκόλαγαν από το μυαλό του. Ειχαν αποκτήσει τεράστιο βάρος στη ζυγαριά του φόβου του, ίσως γιατί ειπώθηκαν από το συγκεκριμένο στόμα. Ισως γιατί ειπώθηκαν την συγκεκριμένη στιγμή. Ισως γιατί δυό βράδυα νωρίτερα είχε ακούσει, αυτά που είχε ακούσει, εκεί κάτω στον ακάλυπτο. Δεν είχε δώσει σημασία τότε αλλά του κίνησαν την περιέργεια. Ποιοι μιλούσαν ψιθυριστά μέσα στη μαύρη νύχτα στον ακάλυπτο; Τι θόρυβοι ήταν αυτοί;
«... θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!!!» Ολόκληρη  η περιέργια της προχθεσινης βραδυάς μετατράπηκε σε τόσο μεγάλο  φόβος που ποτέ δεν φαντάστηκε ότι μπορεί να νοιώσει μεσα σε επτά λέξεις και ένα βλέμα. Και το σπάσιμο της τζαμόπορτας λιγό μετά που είχε φύγει, δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Ηταν υπενθύμιση  της απειλής.
Φοβόταν. Φοβόταν πολύ!!!

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ακάλυπτοι...

Κουδούνι! Αυτό δεν θα συνέβαινε ούτε στο πιό φτηνό μυθιστόρημα, να χτυπήσει το κουδούνι πάνω που η Πολυξένη ετοιμαζόταν να έρθει λίιιιγο πιό κοντά και να ανοίξει έστω και μια τόση δα πορτούλα στις καλημέρες τους.
Ζήτησε μια ξερή συγγνώμη, αφήνοντας να φανεί το μέγεθος της στενοχώριας του για την διακοπή και πήγε προς την πόρτα. Τράβηξε αργά αργά το χερούλι προσπαθώντας να καταστήσει σαφές ότι, δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή και στο κάτω-κάτω, το κουδούνι του δεν χτύπαγε σχεδόν ποτέ και τώρα, πάνω που το πρώτο χτύπημα πήγε να βγάλει λαυράκι, νάσου και το δεύτερο που χάλαγε το πρώτο...
Και τα πράγματα έγιναν σαφώς χειρότερα όταν στο άνοιγμα της πόρτας, κάτω από την αναιμική λάμπα του διαδρόμου, πρόβαλε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας από τον πρώτο.
"Κύριε Μπάστα, καλησπέρα!" είπε και προχώρησε στο χωλάκι από το κενό που είχε αφήσει ο Θεόφιλος μέσα στην σαστιμάρα του. "Ξέρω, δεν σας έχω συνηθίσει σε επισκέψεις, αλλά, ειναι κάτι που θέλω να μάθετε.." είπε χαμηλώνοντας την φωνή και σκύβοντας συνωμοτικά προς το μέρος του σαν προξενήτρα. Πέρα όμως από την αυθόρμητη αντιπάθει απου γεννούσε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας, έμοιαζε πως κάτι πραγματικά συνέβαινε.
Τί στην ευχή, κι'άλλη μια που έχει κάτι να εκμηστυρευτεί και μάλιστα, σε μένα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος. Δύο σ'ένα βράδυ ήταν παραδόξως πολλές...
"Μα.. ξέρετε, εγώ δεν έχω κάποια αρμοδιότητα..." μουρμούρισε ο Θεόφιλος "σχεδόν σε ο,τιδήποτε, και άρα... τί.."
"Κύριε Μπάστα, είστε υπεύθυνος άνθρωπος και μόνο σε σας μπορώ να μιλήσω", απάντησε κοφτά η Αρτεμισία. "Κι' έπειτα, είναι και η εμπλοκή σας στα θέματα του κήπου, που σας θέτει στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος".
Νάσου πάλι ο κήπος στη μέση και προβλέπω να μου βγούν ξυνά τα σκαλίσματα και τα φυτέματα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος, που θάθελε να ξεφορτωθεί την κυρούλα το συντομώτερο δυνατόν.
"Μην στέκομαι μεσ' τη μέση..." έκανε η κυρία Αρτεμισία και προχώρησε προς το σαλονάκι και εκείνη την στιγμή ακριβώς, ο Θεόφιλος πριν προλάβει να την σταματήσει, θυμήθηκε την Πολυξένη...
Ήταν αργά... Η Αρτεμισία είχε έρθει φάτσα με την Πολυξένη που στο μεταξύ, είχε την ευφυία να σηκωθεί από τον καναπέ και είχε χαιρετήσει πρώτη την κυρία Αρτεμισία:
"Αρτεμισία μου, καλησπέρα, τί μου κάνεις...", μα η Αρτεμισία είχε μείνει κάγκελο και φάνηκε τόσο πολύ, σαν λεκές σε νυφικό.
"Καλησπέρα, Πολυξένη, καλησπέρα.... Δεν ήξερα πως..." και έδειξε προς τη μεριά του Θεόφιλου, που έκλεινε την πόρτα και ακολουθούσε με το κεφάλι σκυμμένο,  παρατηρώντας μόλις εκείνη την στιγμή το ωραίο γκρί φόρεμα της Πολυξένης, που έφτανε όμως, μόλις λίγο πάνω από το γόνατο και αμέσως ευχήθηκε να μην έπεφτε το βλέμμα της κυρίας Αρτεμισίας εκεί...
"Είχα έρθει στον κύριο Μπάστα για ένα θέμα που θα πρέπει να είναι ενήμερος" συνέχισε η Πολυξένη με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Και πέρασε στην αντεπίθεση χωρίς να αφήσει περιθώριο αντίδρασης: "Κι'εσείς, πώς από 'δω..;"
Κύττα φίλε μου, που είμαι παρατηρητής των γεγονότων μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, σκέφτηκε ο Θεόφιλος.
"Μα και 'γω, έτσι σκέφτηκα ακριβώς, πως υπάρχει ένα συμβάν που θα έπρεπε να γνωρίζει,,,"
"...επειδή ασχολούμαι με τον κήπο..." μονολόγησε ο Θεόφιλος κουνώντας το κεφάλι του.
"Ακριβώς!" απάντησαν και οι δύο μαζί. Κυττάχτηκαν και γέλασαν συγκρατημένα.
"Λοιπόν, ξεκινάω πρώτη" είπε η Αρτεμισία χαμηλώνοντας τα μάτια, δείχνοντας έτσι την πρόθεσή της
να αποχωρήσει και να αφήσει τους δύο νεώτερους μόνους. "Προχτἐς το βράδυ που λέτε, γύρω στις τρεισίμιση άκουσα έναν θόρυβο στον κήπο. Θα μου πεις, τί γυρεύεις τέτοιαν ώρα ξυπνητή Αρτεμισία; Μένω όμως μόνη μου και ο ακάλυπτος που βλέπει το σπίτι, με φοβίζει. Μόλις λοιπόν, ξυπνήσω μα για νερό μα για τουαλέτα, πετάγομαι και μέχρι την κουζίνα να ρίξω μια ματιά κάτω.  Έχω παρακαλέσει χίλιες φορές να βαλουν μια λάμπα στον ακάλυπτο, να ανάβει μόλις πέφτει ο ήλιος, μα τίποτα... Τέλος πάντων, ακούω κάτι σαν σκάψιμο, σαν χώμα που ανασκαλεύεται, είναι και το μπαλκόνι μου πανω ακριβώς από τον κήπο, ακούγονται τα πάντα πεντακάθαρα. Ανατρίχιασα..." είπε και ανατρίχιασε και μαζί ανατρίχιασαν και οι άλλοι.
"Δεν βγήκα στο μπαλκόνι, φοβήθηκα, έμεινα ακίνητη και προσπαθούσα να αφουγκραστώ μην ακούσω καμμιά ομιλία, κάτι άλλο χαρακτηριστικό, ένα σημάδι. Όμως, τίποτα... Το χώμα έπεφτε για πάνω από μισήν ώρα από την ώρα που ξύπνησα, μα δεν ακούστηκε τίποτε άλλο, σαν να'τανε φαντάσματα" , είπε και ανατρίχιασε ξανά και ανατρίχιασαν ξανά και οι άλλοι.
Ο Θεόφιλος δεν ήθελε να πιστέψει πως όλ' αυτά ήταν αλήθεια, όλα μαζί σήμερα, όλα... Έμοιαζε με Αγκάθα Κρίστι και δεν του άρεσε καθόλου. Ή μάλλον, τού άρεσε να το διαβάζει, μα δεν είπε ποτές του πως θάθελε και να το ζήσει... Γύρισε να δει την Πολυξένη. Είδε ένα πρόσωπο πανιασμένο, λευκό σαν γιαπωνέζικης κούκλας, με τα μάγουλα νάχουν κρεμάσει, τα μάτια ολοστρόγγυλα να κυττάνε το κενό.
"Κυρία Πολυξένη, είστε καλά;" ρώτησε και την έπιασε απ' τον αγκώνα.
"Καλά είμαι...." είπε 'κείνη,  "Αλλά, δεν μ'αρέσει αυτό που ζω..." συμπλήρωσε πριν σωριαστεί στον καναπέ. "Καλά είμαι... Καλά είμαι...", ξανάπε ""Μόνο που αυτό που έχω να πω με κάνει χάλια..."
Ο Θεόφιλος και η κυρία Αρτεμισία πλησίασαν:
"Τί'ναι , Πολυξένη μου;" ρώτησε η Αρτεμισία βάζοντας και το "μου" για να τονίσει την παληά φιλία που είχε ψιλοπαγώσει σαν την βρήκε στο διαμέρισμα του εργένη τέτοιαν ώρα, ντυμένη τόσο ωραία και, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσε να τής ειχε πει κάτι, να μην την άφηνε στα σκοτάδια...
"Θεόφιλε,....κύριε Μπάστα, θέλω να πώ.... Προχτές το βράδυ γυρνώντας με το ταξί από το θέατρο, που είχα πάει με μια φίλη μου," συμπλήρωσε, μην ξεχνώντας πως ήταν γυναίκα μόνη και πως αυτό δεν ήταν καθόλου καλό,  "Είδα μπροστά μου δύο άτομα να έχουν ανέβει την σκάλα της πολυκατοικίας κουβαλώντας ένα μεγάλο σάκκο." Ανατρίχιασαν όλοι μαζί. "Μέχρι να ανοίξω την πόρτα και να μπω, ειχαν εξαφανιστεί. Κύτταξα το ασανσέρ, Το φως έδειχνε πως ήταν στον τρίτο, μα αυτοί, όποιοι κι' αν ήταν, δεν είχαν πάρει το ασανσέρ, δεν θα προλάβαιναν να είναι στον τρίτο, ερχόμουν ακριβώς πίσω τους... Τότε πήρε το μάτι μου στην πόρτα του υπογείου ένα φως που τρεμόπαιζε. Φοβήθηκα τόσο πολύ, που ανέβηκα με τα πόδια στον δεύτερο..."
Κυττάχτηκαν όλοι μαζί. Η κυρία Αρτεμισία κάθησε:
"Ωραία... Πώς κατεβαίνω εγώ τώρα στον πρώτο..."
Και πού νάξερες την συνέχεια, σκέφτηκε ο Θεόφιλος...






Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ ! -ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ !


...και αυτόματα σκέφτηκε οτι πάλι λάθος σε δρόμο έβαλε τη συζήτηση! Τι «χρήσιμος» και κουραφέξαλα...χρήσιμος ο Θεόφιλος είχε να φανεί σε κάποιον από τότε που πέθανε η μανούλα του και κανόνισε τα διαδικαστικά της κηδείας...αστείο πράγμα η χρησιμότης για το Θεόφιλο! Έπρεπε να πει «Τι κάνετε κα Πολυξένη? Πώς παν τα κέφια;»....

Τι κακό πράγμα αυτό με την πάρτη του! Αναποφάσιστος μόνιμα και ειδικά όταν είναι γυναίκα απέναντί του, ποτέ –αλλά πραγματικά ΠΟΤΕ- δεν είπε στον εαυτό του «μπράβο ρε μάγκα, καλά τα είπες»...είχε μια σταθερή ανασφάλεια σε σημείο που αν δεν την αισθανόταν άμεσα, ανησυχούσε...

«....κι έτσι δεν έφυγα..» κατέληξε η Πολυξένη.

«Αμάν, τι έγινε?» σκέφτηκε ο Θεόφιλος που απορροφημένος απο τις σκέψεις περί της ανασφάλειάς του, ξέχασε και το ξεβράκωμά του και σημασία δεν έδινε στην απάντηση της γειτόνισσας που είχε αρχίσει κάτι να λέει, για να καταλήξει σ’εκείνο το «κι έτσι δεν έφυγα».

«Εσείς?» συνέχισε το μαρτύριό του, αφού καλούνταν να απαντήσει σε συνέχεια αυτού που δεν είχε ακούσει. Και τι ντροπή -Θεέ μου- να της πει οτι ήταν αφηρημένος και δεν κατάλαβε τι ρώτησε. Να πάρει....
Σε μια στιγμη σκέφτηκε να ζητήσει επανάληψη από την Πολυξένη αλλά φούντωσε αυτόματα τόσο πολύ, που μάλλον κοκκίνησε ολόκληρος αφού η Πολυξένη επισήμανε μάλλον άβολα:
«Νομίζω, κύριε Θεόφιλε, ότι πραγματικά είναι ακατάλληλη η ώρα..φαίνεστε ταλαιπωρημένος...» κι έκανε να σηκωθεί από τη θέση της.

Σαν ελατήριο πετάχτηκε ο καψερός, ξεχνώντας και τα σώβρακα και τις σκέψεις του και την ακούμπησε άγαρμπα στο μπράτσο της...
«Παρακαλώ, κυρία Πολυξένη, ειλικρινά δεν ενοχλείτε, παρακαλώ καθίστε...Να, δώστε μου μόνο λίγο χρόνο για μια μικρή εκκρεμότητα που έχω...όχι πάνω από δυο λεπτά...επιστρέφω...παρακαλώ...» κι έκανε ίσα πέρα το διάδρομο του σαλονιού, φτάνοντας σχεδόν ασθμαίνοντας στην κρεββατοκάμαρά του με διπλό στόχο: να μην αφήσει χρόνο στην Πολυξένη να αντιδράσει – πρώτον- και να φορέσει στα γρήγορα ένα ρημαδοσώβρακο –δεύτερο- αφού είχε την αίσθηση οτι αυτό ευθύνονταν για όλα!!!

Βούτηξε το τυχαίο που βρήκε στο συρτάρι του, τραβολόγησε με μίσος τα μπατζάκια του παντελονιού του, τακτοποίησε με βιασύνη τα ανατομικά του «προσόντα» στο εσώρουχο και με το ίδιο μίσος και αντίστροφες κινήσεις, έδωσε τέλος στο μαρτύριο του σώβρακου.
Πιο ήρεμος και πιο κατασταλαγμένος –βρε τι σου κάνει ένα σώβρακο- ξεμύτισε από το διάδρομο πάλι στο σαλόνι, όπου η Πολυξένη μάλλον είχε εξοικιωθεί με το χώρο και είχε καθήσει άνετα στη θέση της...

«Τώρα πολύ καλύτερα» είπε ο Θεόφιλος, «Ζητώ πάλι συγγνώμη γι’αυτή τη διακοπή, αλλά πράγματι, τώρα, είμαι όλος αυτιά», πρόσθεσε, ελπίζοντας να αρχίσει νεα συζήτηση η γειτόνισσα και να μην περιμένει ακόμα απάντηση στην ερώτηση που του είχε κάνει. Οι ελπίδες του –ευτυχώς- ευωδόθηκαν...

«Θα μπω απ’ευθείας στο θέμα, κε Θεόφιλε, και ελπίζω να έχετε κι εσείς μια ιδέα που θα με βοηθούσε να καταλήξω». Ήταν πολύ σοβαρή η Πολυξένη όταν ξεστόμιζε τα παραπάνω. Στριμώχτηκε ο Θεόφιλος και ασυναίσθητα κύρτωσε την πλάτη του, μάζεψε τα χέρια του, χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε σε θέση άμυνας. Σε θέση άμυνας; Ναι, έτσι ένοιωθε...Γιατί όμως; Και η απάντηση άσχισε τι μυαλό του σαν αστραπόβροντο και ταρακούνησε τον εγκέφαλό του!

Η ματιά του μάλλον ξαναλλοιθώρισε και τα ρουθούνια του άνοιξαν για να νοιώσουν, πάλι, τη μυρωδιά από το φρεσκοσκαμμένο χώμα, που όμως του προκαλούσε ρίγος και παραζάλη. Και τον ξαναπεριποιήθηκε  η Σοφούλα και το μίνι της, και ένιωσε την κουτσουλιά που του σημάδεψε το σβέρκο και ξανάκουσαν τ’αυτιά του τον ήχο από τα σπασμένα τζάμια και ένοιωσε ένα γερό déjà vu του τελευταίου μισαώρου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. «Γαμώτο, συμμαζέψου κωλόμυαλο, δε σε παίρνει...» πρόσταξε τον εαυτό του και το μόνο που κατάφερε ήταν να σηκώσει το βλέμμα και να αντικρύσει την Πολυξένη, μόλις να χαμηλώνει τα δικά της μάτια και να ανοίγει τα χείλη να ψελίσει:
« Πριν δυο μέρες...νύχτες δηλαδή...» Ντιν-ντον!!! Ντιν-ντον!!! 


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΣΩΒΡΑΚΟ


Γυναικεία φωνή... Στην δική του πόρτα μια γυναικεία φωνή... Τί δουλειά είχε μια γυναίκα στην  δική του πόρτα... Δεν υπήρχε σχέση που θα έφερνε μια γυναίκα στην πόρτα του, όλα ήταν διευθετημένα έτσι ώστε δάχτυλο γυναικείο να μην χτυπάει ποτέ το κουδούνι της πόρτας του.
Και επειδή ήταν ιδιοκτήτης και δεν τον έπαιρνε για μετακομίσεις και αλλαγές έδρας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είχε φροντίσει να διευθετεί τις αντρικές του υποθέσεις μακρυά, πολύ μακρυά από την περιοχή κατοικίας του.
«Μιά στιγμή!» φώναξε καθώς στέγνωνε  πρόχειρα το κορμί του και φόραγε ένα κυπαρισσί φουτεράκι κι’ ένα παντελόνι χωρίς σώβρακο για να κάνει πιό γρήγορα. Ησυχία... Όποια ήταν έξω από την πόρτα μάλλον ήταν εξίσου αμήχανη.
Έφτασε φουριόζος στην πόρτα, σταμάτησε, έστησε το κορμί του όρθιο, πήρε ανάσα, ξεφύσηξε, έπιασε το πόμολο και το γύρισε.
«Κύριε Θεόφιλε, καλησπέρα, συγγνώμη που ενοχλώ τέτοιαν ώρα, αλλά, είστε ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει..!»
Ο Θεόφιλος σαστισμένος παραμέρισε: «Παρακαλώ, δεν έχει τίποτε η ώρα Κυρία Βελούδου, περάστε, περάστε!»
Η Πολυξένη πέρασε στο περιποιημένο σαλονάκι με την μεγάλη βιβλιοθήκη που έπιανε ολόκληρο τον πλαϊνό τοίχο, με το βαρύ αλλά απλό τραπεζάκι στο κέντρο και τις πολυθρόνες που ήταν στο ίδιο στύλ.  Έρριξε μια διακριτική ματιά τριγύρω: «Τί ωραίο χώρο έχετε φτιάξει, κύριε Θεόφιλε! Ξέρετε, δεν είναι πολλοί οι άντρες και ειδικά όσοι μένουν μόνοι τους, που γνωρίζουν τα όρια μεταξύ μινιμάλ και κενού χώρου...» είπε και γύρισε χαμογελώντας προς το μέρος του.
«Καθίστε, βολευτείτε» είπε ο Θεόφιλος κάνοντας ένα νεύμα ενώ ο τόνος της φωνής του κάθε άλλο παρά σάστισμα ή αμηχανία έδειχνε. «Αυτό το βολευτείτε τί τόθελα» είπε στον εαυτό του,  ενώ συνειδητοποιούσε πόσο πολύ ήθελε την παρέα και ειδικά την γυναικεία. Και η κυρία Πολυξένη δεν ήταν απλώς μια γυναικεία παρέα, ήταν πολύ παραπάνω. Πάντα άφηνε να φανεί πως είχε άποψη, πως θα μπορούσε κάποιος να βρει πολλά να εξερευνήσει σ’ αυτήν. Και ήταν πολύ γοητευτικότερη απ΄όσο έκρυβαν τα μαύρα γυαλιά και τα μαζεμένα σε αλογοουρά μαλλιά και αρκούσε μια διεισδυτική ματιά για να καταλάβει κανείς πόση επιτήδευση έκρυβε αυτή η εμφάνιση.
«Ευχαριστώ», είπε ενώ καθόταν στην μια πολυθρόνα, «Αλλά, θα μείνω να μιλήσουμε μόνον αν με βεβαιώσετε πως δεν σας βγάζω απ΄την σειρά σας...»
«Ποιά σειρά μου, αστειεύεστε... Στον κήπο ήμουν και πέρναγα την ώρα μου και μόλις έκανα ένα ντουσάκι» είπε και θυμήθηκε πως δεν φόραγε σώβρακο, πράγμα που τον έκανε να ανακαθήσει πιό έξω στο μαξιλάρι του καναπέ για να κρύψει τυχόν ενδείξεις της έλλειψης. «Λες , να ήταν υπερβολή το ντουσάκι που είπα» σκέφτηκε, «Μήπως το πάρει σαν πρόκληση...» έξυσε το μέτωπό του για να κρύψει μιαν αθέλητη γκριμάτσα που βγήκε αυθόρμητα. «Θέλει περιποίηση ο κήπος, δεν πρέπει να μένει σε εγκατάλειψη...» είπε για να συμπληρώσει αμέσως , «Μα να βάλω ένα αναψυκτικό, ένα ποτάκι, κάτι...»
«Ένα ποτηράκι νερό είναι αρκετό, ευχαριστώ...» είπε η Πολυξένη.
«Αμέσως!» είπε κι΄έκανε να πεταχτεί όρθιος, μα αστραπιαία θυμήθηκε το σώβρακο στο βάθος του συρταριού και σηκώθηκε αργά.
Γύρισε σχεδόν αμέσως με το ποτήρι σε ένα δίσκο και το παγωμένο ποτήρι τυλιγμένο με μια χαρτοπετσέτα.
«Λοιπόν» είπε ενώ καθόταν «Σε τί μπορώ να σας φανώ χρήσιμος...»



Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΓΙΟΝ...ΚΙ ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΝΤΟΥΖΑΚΙ

Το δυάρι της Πολυξένης, των 80 παρά κάτι τετραγωνικών, ήταν καρφωμένο στον 3ο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας και ήταν «σάντουιτς» ανάμεσα στο τεσσάρι του γιατρού (δερματολόγος της συμφοράς, με τζάκι και ταριχευμένες κεφαλές που το στολίζουν) και στο τριάρι της διαχειρίστριας, αυτής με το μακό σορτσάκι ντε, προικώο από την άτεκνη και άρτι αποβιώσασσα θειά της. Αυτό σημαίνει οτι, ακριβώς δίπλα της, οικεί και κατοικοεδρεύει (της άρεσε αυτή η λέξη της Πολυξένης, χωρίς να ξέρει γιατί) το αντικείμενο του ανίερου πόθου της, των κρυφών της σκέψεων που την κάνει να χαμογελά λάγνα: ο Μιχάλης........Αχ.....ο Μιχάλης...τριαντάρης σκάρτα (μπα....σα να το καλοσκέφτεται και μάλλον τον βαφτίζει 25άρη), μελανούρι ο άτιμος, ψηλός...πολύ ψηλός και μπρατσωμένος, τουμπάνι...αχ ο Μιχάλης....Εκεί στη βεράντα του –και τώρα που ‘ναι καλοκαίρι δηλαδή, όχι πως στήνει μάτι και αυτί- τον έχει πάρει το μάτι της να κρυφογελάνε με τη γυναίκα του (πάντα με καφτό μακό σοτς) καθώς αγκαλιάζονται και γεμίζει ο χώρος πνιχτά φιλιά και (αχ Παναγιά)....μετά κλείνονται στο δωμάτιο....Και η μοναξιά της Πολυξένης γίνεται ακόμα πιο βαριά κι ασήκωτη κι η εργένικη ζωή της μίζερη και αποφλοιωμένη. Περνούν τα χρόνια, αλλά είναι νέα ακόμα η Πολυξένη, πώς να στραγγαλίσει τους πόθους της, πώς να ξορκίσει τη λίμπιντο..χαρές και πανηγύρια στο κρεββάτι της φαντάζεται συχνά πυκνά...αλλά ως εκεί... Απ’αυτή την άποψη, καλό της είναι που ο Μιχαλάκης, το καλόπαιδο, είναι διπλανός γείτονας, αφού η φαντασία της δουλεύει υπερωρία συχνά-πυκνά...από την άλλη όμως, είναι και συμφορά...Γιατί, να..δίπλα είναι το σπίτι του, δε δικαιολογείται να φορέσει το κατακόκκινο κραγιόν της, το τσόκαρο στιλέτο και το little black dress, για να πάει να πληρώσει τα κοινόχρηστα...Ε, τι να δικαιολογείται κάθε φορά.. «να, ερχόμουν μόλις από μια φίλη και πέρασα να πληρώσω, ή , να, πήγα να δω τη θεια μου στο νοσοκομείο και πέρασα να πληρώσω...».. Τι στην ευχή...πολύ καρφωτό. Γι’αυτό, αποφάσισε να φοράει μόνιμα το κόκκινο κραγιόν, τουλάχιστο να τη συνηθίζει το μάτι τους. Κι όλοι ξέρουν την Πολυξένη στον τρίτο, με το ατσαλάκωτο κορμάκι (αβασάνιστο γαρ, ούτε παιδιά γέννησε, ούτε τίποτα) και το κόκκινο κραγιόν...

Ο Θεόφιλος, αφού γρύλισε πέντε-δέκα βαριά λόγια για την τύχη του και το ριζικό του, τράβηξε τη βαριά πόρτα του ασανσέρ (αμάν, είχαν και το έξοδο να τροποποιήσουν τον ρημαδοανελκυστήρα με τη νέα νομοθεσία, θυμήθηκε), ασυναίσθητα ξανατσέκαρε κινητό και κλειδιά στην τσέπη του και τράβηξε για το διαμέρισμά του, στο δεύτερο όροφο, κάτω από της διαχειρίστριας. Σκέφτηκε να ρίξει λίγο νερό στη μούρη του πριν πάει να αναφέρει το ατυχές συμβάν και να κανονίσουν με την Αφροδίτη (τη διαχειρίστρια) για την αντικατάσταση του τζαμιού.

Φτάνοντας στην πόρτα του, αποφάσισε να κάνει ντουζ γιατί ένοιωθε τον ιδρώτα, ζεστό και κρύο, να έχει ποτίσει το μπλουζάκι του. Σύντομο ντουζάκι και θα ανέβαινε στης Αφροδίτης, αλλά πάνω που τα κανόνιζε καλά στο μυαλό του, νάτη η σκέψη της Σοφούλας με το μίνι της και, σα να αγανάκτισε ο ανδρισμός του, σα να αλαφιάστηκε ο κακομοίρης...σα να άκουσε το κουδούνι του ...Αμάν,πώς να τα διαχειριστεί όλα μαζί...
«Ποιός είναι?» ρώτησε από μακριά, μη τολμώντας να πλησιάσει το ματάκι της πόρτας, με την πετσέτα κατάσαρκα...
«Κε Θεόφιλε μου ανοίγετε παρακαλώ?»

ΜΠΡΟΚΟΛΟ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ

Την ίδια στιγμή η κυρία Πολυξένη κατέβαζε το μπρόκολο απ΄τη φωτιά όπου σιγόβραζε μαζί με μια πατάτα, για να μην βρωμοκοπάει ο τόπος, συμβουλή της κυρίας Αρτεμισίας απ΄τον πρώτο, που κατείχε όλα τα πώς και γιατί της οικοκυρικής. Έστιψε ένα ολόκληρο λεμόνι επάνω στο καυτό μπρόκολο, περιέχυσε με ένα φλυτζανάκι λάδι και το βραδυνό της ήταν έτοιμο.

Η Πολυξένη πρόσεχε πάντα τον εαυτό της και αυτό φαινόταν καθαρά στην σιλουέττα της που τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια είχε παραμείνει εντός των ορίων του αεί ποτε εικοσάχρονου σώματός της. Όσο για το «Πολυξένη», αυτό, μόλις έβγαινε εκτός συνοικίας, μετατρεπόταν σε «Πόλυ» αφού θεωρούσε πως τής ανέβαζε τις μετοχές κατακόρυφα, σε συνδυασμό πάντα με τα κλασσικά, σικ φορέματα που συνήθιζε να φοράει κολλητά στο σώμα της. Στην πολυκατοικία όμως, η Πολυξένη παρέμενε μια χωρισμένη σαρανταπεντάρα, με εξαιρετικές σχέσεις με τον ξαναπαντρεμένο πρώην της, που ήταν ευγενική με όλους, αλλά, με κανέναν τρόπο δεν άφηνε περιθώρια για οικειότητες.

Πέρασε στο σαλόνι, κάθισε στην πλαστική καρέκλα του μπαλκονιού, που τον χειμώνα την έβαζε μέσα για να κάθεται να βλέπει τηλεόραση μιας και η πλάτη ήταν αρκούντως όρθια ώστε να μην της επιτρέπει να καμπουριάζει. Η ρόμπα έπεσε στο πλάι καθώς σήκωσε σταυροπόδι το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί και ασυναίσθητα το μάτι της πέρασε πάνω από τον ξεγυμνωμένο της μηρό. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο αυταρέσκειας, μόνο τράβηξε ξανά την ρόμπα και την μάγκωσε ανάμεσα στα πόδια της, για να μην ξανανοίξει. Αισθανόταν σαν να μην ήταν πρέπον, ακόμη και τώρα που ήταν ολομόναχη στο σπίτι των ογδόντα τετραγωνικών.

Μηχανικά παρακολουθούσε κάποιους μάγειρες στην τηλεόραση να αναλύουν ένα πιάτο διαγωνιζόμενου σαν να επρόκειτο για αποτελέσματα πυρηνικής δοκιμής. Στην πραγματικότητα, το μυαλό της έτρεχε αλλού. Συγκεκριμένα, στον νεαρό διαχειριστή, που μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα ομορφούλης, αλλά,  το ματάκι του, κάθε φορά που την συναντούσε στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, την σάρωνε κανονικότατα, την χάιδευε από πάνω ως κάτω, την αναγνώριζε σαν πιθανό στόχο.

Και εκείνο που ερέθιζε περισσότερο την Πολυξένη ήταν ότι, η γυναίκα τού διαχειριστή ήταν νεότατη και, μάλλον, πολύ όμορφη. Κι’ αυτό στην προκειμένη περίπτωση, περισσότερο την κολάκευε παρά την έκανε να ζηλεύει.



Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ΟΣΜΗ ΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟΣΚΑΜΜΕΝΟ ΧΩΜΑ


«Βρε...που καταπιάστηκα να σκαρφίζομαι σενάρια και υποθέσεις σαν άλλος Μαρής...». Δεν ήξερε πολλά για το Μαρή, κάτι σκόρπια λόγια είχε πιάσει κάποτε από μια αεροσυζήτηση της αμπελοφιλοσοφίας στο γραφείο, από εκείνες που συνήθιζε ο κος Μαυραντώνης (Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγο) να κάνει με γλαφυρούς συναδέλφους του, της δεκαετίας του περί το ’70 νειάτου τους. Κι αυτές τις συζητήσεις τις γούσταρε ο κος Μπάστας, όχι τόσο για το περιεχόμενο –που σπάνια, η αλήθεια, ήταν σε θέση να παρακολουθήσει – όσο για το διαδικαστικό τους: ουισκάκι 12 years’, ξηροκάρπια που σκόρπαγαν παντού μετά το πέρας της φιλοσόφησης και το απαραίτητο πούρο. Αχ αυτό το πούρο....απωθημένο του ‘χε μείνει του Θεόφιλου. Είχε μια μυρουδιά το άτιμο...να δεις τι του θύμιζε...ντρεπόταν και στη σκέψη μόνο... Είχε ποτίσει όμως το μυαλό του η βαριά νότα του πούρου μαζί με ανεπαίσθητη οσμή μούχλας, κονιάκ και πατσουλιά, που’χαν τρυπήσει τα ρουθούνια του, κάτι χρόνια πριν, στον «οίκο» της κυρα-Φρόσως στην Πιπίνου, στο ύψος της Λιοσίων. Και όχι πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καπνίσει και ένα και δυο και τρια πούρα μαζεμένα, ο Θεόφιλος....όχι...τουναντίον, είχε γερό κομπόδεμα στην Εθνική (προθεσμιακό ανά τρίμηνο), αλλά ...ο άμοιρος...έτρεμε στην ιδέα πως αν κάνει να ανάψει το ρημάδι, θα πάθει ζημιά τρελλή και θα τρέχει να βρει το σπίτι της κυρά-Φρόσως –και ποιός ξέρει αν υπάρχει πια και πού να το πει και να μην τον φτύσουν- «άστο να παει στο διάλο...»
Σα να ένοιωσε ρίγος στη ραχοκοκκαλιά, σα να κρύωσε, σα να τρεμούλιασε...δεν καλοκατάλαβε για πότε κόλησε το χέρι του στην πετούγια της τζαμόπορτας και –με πολύ κόπο- προσπαθούσε να δώσει εντολή το μυαλό του, να κάνει τη δεξιόστροφη κίνηση να την ανοίξει. Μυαλό και εκούσια αντανακλαστικά όμως.........καμμία σχέση μεταξύ τους. «Το γαμημένο!!!!!» φώναξε κάποιος μέσα στο μυαλό του «Γύρνα το γαμημένο το χερούλι!» Κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν σίγουρα ο ίδιος, γιατί ο Θεόφιλος δεν ξεστόμιζε τέτοιες κουβέντες, ποτέ! Σκιάχτηκε ακόμα πιο πολύ όταν το κατάλαβε και έδωσε μια γερή κλωτσιά στη σκατόπορτα –που τόσα βάσανα του είχε δημιουργήσει σήμερα από την ώρα που την άνοιξε- και......κρακκκκ πρρρρρρ........ τα τζαμιλίκια στο πλατύσκαλο. Έσκασε ο Θεόφιλος! Δεν είχε ξαναπάθει ποτέ τέτοιο κακό! «Το κέρατό μου! Ποιός πάει τώρα στη διαχειρίστρια με το μακό σορτσάκι!»... Και του ‘ρθε στο μυαλό το φρεσκοσκαμμένο χώμα...Και δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο!

ΚΩΛΟΠΕΡΙΣΤΕΡΑ...


Ήταν η αστραπιαία σκέψη που ακολούθησε μόνη της, δίχως να την προκαλέσει, σχεδόν ταυτόχρονα με την κουτσουλιά που τον είχε βρεί στο σβέρκο... Τα κωλοπερίστερα του τη φυλάγανε κάθε φορά που θα κατέβαινε στον κήπο και τώρα, τον κάνανε και ρεζίλι μπροστά στο αντικείμενο του κρυφού του πόθου. Ή μάλλον, σε ένα από τα κρυφά αντικείμενα του πόθου, αφού το εργενιλίκι λειτουργούσε σαν παραμορφωτικός φακός και τίς έδειχνε όλες κούκλες. Αν και για την συγκεκριμένη, δεν χρειαζόταν κανενός είδους παραμόρφωση, ήταν μοντέλο με όλα του τα εξτρά.

Στο μεταξύ η κουτσουλιά είχε αρχίσει να απλώνει και θα έπρεπε ή να σκύψει στο πλάι για να μην λερωθεί το μπλουζάκι ή να μείνει όρθιος ελπίζοντας ότι, κανείς δεν είχε δει τίποτε.

«Αχ, Κύριε Θεόφιλέ μου, λερωθήκατε!» Αυτό το «λερωθήκατε» τούκανε λίγο σαν γέρος που χέστηκε στο κρεβάτι και θα τούριχνε κι’ άλλο το ηθικό, αν στο μεταξύ η νεαρά δεν είχε απλώσει το χέρι της, με ένα διαφημιστικό μαντηλάκι, από ‘κείνα τα αρωματικά που δίνουν στα πολυκαταστήματα για να του σκουπίσει το σβέρκο.
«Σκύψτε λίγο, δε φτάνω... », αυτό τού ανέβασε το ηθικό, ε, κοντό δεν θα τον έλεγες κιόλας, αλλά, σημασία είχε ότι, στα μάτια της ήταν ψηλός.
 «Μα μη λερωθείτε δεσποινίς» ή μήπως νάχε πει «κυρία» σ’ αυτά ήταν πάντα χαλβάς... Στο μεταξύ ξεπρόβαλε και το γομάρι, ο φίλος της, ο ατσούμπαλος όγκος που την συνόδευε.
«Τί είναι, ρε συ Σοφούλα, λερώθηκε ο άνθρωπος..;» , ακούστηκε μια ανήσυχη φωνή που δεν ταίριαζε με τον όγκο του νεαρού, για να συμπληρώσει «..Κωλοπερίστερα...» και ξάφνου ο Θεόφιλος τον συμπάθησε τον νεαρό που τον λέγανε...
«Ναι, ρε ‘συ Στέλιο, πιάσε και βρέξε στη βρύση ένα χαρτομάντηλο, ρε γαμώτη μου», η μικρή τόχε πάρει σοβαρά.
«Μη σας βάζω σε μπελά, μη λερωθείτε, δεσποινίς», είπε ο Θεόφιλος κάνοντας να σηκωθεί.
«Σωπάτε, τελείωσα, να, εδώ έχει μείνει λίγο, μην τρέξει και σας λερώσει το μπλουζάκι» είπε και τον πίεσε ελαφρά να μείνει κάτω, να τελειώσει το καθάρισμα.

Πόσον καιρό είχε να τον περιποιηθεί κάποιος τον Θεόφιλο ούτε που θυμόταν. Από τότε που είχε πεθάνει η μάνα του δεν είχε νιώσει φροντίδα πάνω του. Εκτός από μια φορά που πήγε σε ένα ξενοδοχείο στην Κυλλήνη, με τα κουπόνια της εργατικής εστίας και ήταν πολύ εξυπηρετικοί.
«Να, ορίστε, έτοιμος!» είπε η μικρή, με τον νεαρό από δίπλα να χαμογελάει ευγενικά.
«Δεν έχω λόγους να σας ευχαριστήσω» είπε θαρετά ο Θεόφιλος.
«Έχετε όμως λεμόνια!» είπε γελώντας η Σοφία «Κατεβάστε μου δυό λεμονάκια κι’ είμαστε εντάξει, την βγάλατε την υποχρέωση!»
«Μα, δεσποινίς Σοφία, τα λεμόνια είναι ολωνών, απλώς εγώ κατεβαίνω και φροντίζω τον κήπο στον ελεύθερο χρόνο μου, έτσι , για να θυμάμαι το χωριό μου στα Τρίκαλα».
«Εμείς όμως εσάς βλέπουμε εδώ, εσάς πρέπει να ρωτήσουμε», είπε ο Στέλιος.

Κύττα που τα νεούδια είχαν περισσότερην αξιοπρέπεια από άλλους μεγαλύτερους, σκέφτηκε ο κύριος Μπάστας μόλις τα παιδιά έφυγαν απ΄τον κήπο αφού προηγουμένως είχαν πάρει στα χέρια καμμιά δεκαριά μικρά, αλλά, μοσχοβολιστά λεμονάκια.
Έπρεπε να ανεβαίνει και ‘κείνος σιγά-σιγά, είχε πάρει να νυχτώνει, αλλά...κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι σα να τον κράταγε ακόμη εδώ κάτω...
Έψαξε μεσ΄το μυαλό του, γύρισε από ‘δώ κι’ από ‘κει, ψάχτηκε για τα κλειδιά του και το κινητό, όλα στην θέση τους.
Προχώρησε προς την τζαμόπορτα, δρασκέλισε το παραπέτο με το μυαλό ακόμη να προσπαθεί να βρει το στραβό και τότε ακριβώς, το μάτι του έπεσε εκεί που είχε πέσει και προηγουμένως, όσην ώρα ήταν σκυφτός και η Σοφία του καθάριζε το σβέρκο.
Το χώμα κάτω από το μπαλκόνι του ισογείου έδειχνε να είναι φρεσκοσκαμμένο και πατημένο. Όλα τα χορτάρια σε ‘κείνο το σημείο έλειπαν και έδειχνε σαν κάποιος νάχει ρίξει από πάνω άλλη πρασινάδα για να σκεπάσει κάτι, μα τα χόρτα είχαν ξεραθεί κι’ έφτιαχναν μια μπεζ κηλίδα ανάμεσα στην υπόλοιπη πρασινάδα.

Τι παράξενο... Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, δεν υπήρχε ορατότητα από κανένα άλλο μπαλκόνι εκτός από εκείνο του ισογείου...


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Γριννννννννννν ....η τζαμόπορτα


«Μπα ανάθεμά σε στριμμένο άντερο....» φούντωσε ο Θεόφιλος, αναγνωρίζοντας πάλι το συριγμό εκείνης της παλιόπορτας με το ραγισμένο τζαμιλίκι, καθώς έκλεινε. Είναι από τις λίγες φορές που δεν τον ενόχλησε ο απαίσιος αυτός θόρυβος. Ήθελε το συντομότερο δυνατό, να του αλαφρύνει τον αέρα που ανέπνεε ο παλιομίζερος γείτονας, ο Ανέστης ο κακοφορμισμένος..Αναστέναξε βαθιά να οξυγονωθεί ο εγκέφαλος που τα τελευταία λεπτά τον τσίμπαγε περίεργα, έσιασε το τσουλούφι από το μέτωπο –πάλι κούρεμα ήθελε το αναθεματισμένο το παλιόμαλλο- κοίταξε ψηλά στη λεμονιά μέχρι να φύγει το βλέμμα και να συναντήσει λίγο γαλάζιο του ουρανού και, να ‘το πάλι το αληθώρισμα. Έκανε να κόψει πέρα, προς την απέναντι μεριά, στη μάντρα με τους τσιμεντόλιθους...μια κίνηση τακτικής ήταν, πρώτα για να απομακρυνθεί από το αίτιο που του σκότιζε το μυαλό και του αληθώριζε το μάτι και, έπειτα, να αντικρύσει από άλλη οπτική γωνία το...πώς να το ‘λεγε βρε αδερφέ..δεν ήταν και σίγουρος τι ήταν αυτό το παλιόπραμα...για το μόνο που ορκιζόταν ήταν για κάτι πιτσιλιές κόκκινες, απροσδιόριστου σχήματος....αχ...τι έπαθε ο μαύρος! ...αχ....γρρινννννν...η τζαμόπορτα......σκασμένη σκατόπορτα!!!!!!!!!
                «Χαχαχα έλα, κατέβα, μμμμ».... «Έλα καλέ, τι τραβιέσαι έτσι..........», «Ωχ, κύριε Θεόφιλε!!!!! Τι κάνετε....να εδώ ήρθαμε με το φίλο μου να....να κόψουμε ένα λεμόνι για τη μάνα μου. Ξέρετε, ξέμεινε από ξυνό και θέλει να αυγοκόψει τους ντολμάδες και...» έλεγε, έλεγε, έλεγε η κόρη του ταξιτζή από τον πρώτο, αναψοκοκκινισμένη από την ντροπή αλλά και τον πόθο συνάμα και σκαπέτισε το σκαλοπάτι για να βρεθεί σχεδόν στην αγκαλιά του Θεόφιλου. «Καλέ τι μαρτύριο είναι αυτό απόψε!» σκέφτηκε ο κακομοίρης... Ένας κακοφτιαγμένος σκυφτούλιακας με καημό να φυτέψει φασολιές από τη μια, μια νεράιδα με allstar και μισερή φούστα (λείπει ύφασμα, έτσι σκεφτόταν πάντα ο Θεόφιλος για τα μινι που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από κάθε λογιών πόδια) από την άλλη, το αλήθωρο μάτι του από την τρίτη...........τρικυμία εν κρανίω εν ολίγοις... « Δε...δεν έχει λεμόνια εδώ χαμηλά...πρέπει κάποιος να ανέβει να...». Κόπηκε η σκέψη του στη μέση. Λες να θέλει να ανέβει εκείνη; Και η μισερή φούστα; Κι αυτός είναι από κάτω από τη λεμονιά...κι ο αμούστακος που στεκόταν στο κατώφλι; « Πα να φύγουμε Θεόφιλε..» είπε στον εαυτό του κι έννοιωσε ένα πλάτς στον ώμο του...... «Φτου σου!»....

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

ΦΑΣΟΛΙΕΣ...

Ο μόνος που δεν θα ήθελε νάχει συναντήσει ο Θεόφιλος, το πιό ξινό μούτρο της πολυκατοικιας, ο Ανέστης ο δικολάβος, δηλαδή, γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο ήταν και καθόλου δικηγόρος, αλλά η όλη του συμπεριφορά έδειχνε πικραμένο χασοδίκη, βγήκε, στην ουσία ξεμύτισε στον ακάλυπτο. Και λέμε ξεμύτισε γιατί όπου και να πήγαινε ο Ανέστης πρώτα η μύτη του ερχόταν στο προσκήνιο και μετά ακολουθούσε, αν ακολουθούσε τελικώς και δεν άλλαζε γνώμη, ο Ανέστης. Επρόκειτο για μια μύτη ιδιαιτέρως εξέχουσα της οποίας ο ρόλος εμπροσθοφυλακής που είχε αναλάβει, τής είχε ανατεθεί από την πλάτη, ή καλύτερα από αυτό που κάποτε ήταν πλάτη και τώρα έμοιαζε με ηπειρώτικο γεφύρι: καμπυλωμένη όσο έπαιρνε, τόσο που οι ώμοι έφταναν να συναντηθούν λίγο κάτω από το ανύπαρκτο στήθος.
"Ο κήπος είναι ολωνών, κύριε Μπάστα! Εγώ θέλω να φυτέψω φασολιές! Τί έχεις να πεις για αυτό;"
"Να φυτέψεις κύριε Ανέστη, να φυτέψειςνα ομορφύνει ο χώρος", είπε με ψεύτικη χαρά ο Θεόφιλος."Τί καλύτερο από το πράσινο, όταν μάλιστα μπορεί και σε τρέφει κιόλας!"
"Μα δεν θέλω να τα τρώω! Να τα φυτέψω θέλω!" επέμεινε ο απροσδιορίστου ηλικίας μαγκούφης.
"Ε, ποιός σε κρατάει, φύτεψέ τα..." απάντησε ο Θεόφιλος ανοίγοντας την βρύση για να γεμίσει τον κουβά, καταλαβαίνοντας πως η κουβέντα είχε κακό δρόμο πάρει...
"Ε, λοιπόν, εγώ θέλω να τα φυτέψω εκεί!" είπε ο Ανέστης δείχνοντας το παρτεράκι που είχε φτιάξει ο Θεόφιλος και είχε βάλει σειρά-σειρά μικρά φυτά ορτανσίες και μπιγκόνιες για να τις μεταφυτέψει μετά σε άλλα μέρη του κήπου.
"Μα εκεί δεν γίνεται..." είπε ο Θεόφιλος, "έχει ήδη φυτεμένα..."
"Και ποιός τα φύτεψε, παρακαλώ, χωρίς να ρωτήσει κανέναν; Με ρώτησες που τώρα διεκδικείς και ιδιωτικό χώρο στον κήπο; Δε με ρώτησες: Άρα, τώρα αποφασίζω εγώ πού θα φυτέψω και θέλω εκεί ακριβώς!!!" στρίγγλισε ο Ανέστης δείχνοντας την θέση που είχε φυλάξει στην επάνω οδοντοστοιχια του για το καλαμάκι της πορτοκαλάδας.
Ο Θεόφιλος έκλεισε την βρύση απαλά, γύρισε απαλά, περπάτησε απαλά και πλησίασε τον άνθρωπο:
"Δεν θα φυτέψεις τίποτε αν δεν σου επιτρέψω εγώ!" είπε σε χαμηλό τόνο, ώστε αν κάποιος από τα διπλανά παράθυρα ή μπαλκόνια ήταν έξω δεν θα μπορούσε να τον έχει ακούσει,"Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!" συμπλήρωσε για να αναττριχιάσει αμέσως όχι τόσο με την ιδέα που ξεστόμισε, αλλά, με το θράσος που δεν πίστευε πως διέθετε.
Ο καμπύλος άνθρωπος γύρισε σαν αυτόματο προς την πόρτα, σύρθηκε σαν νάτανε να σωριαστεί, έφτασε, ακούμπησε στο πλάι και γύρισε: "Θα μου σκάψεις ένα άλλο παρτέρι τότε, όπου θες εσύ... Γιατί εγώ δεν ξέρω να σκάβω και πολύ φοβάμαι πως να κατέβω να σκάψω μπορεί να κάνω καμμία ζημιά στα λουλούδια σου... Έχω μια απίστευτη διάθεση να δω φασολιές να μεγαλώνουν.." και χάθηκε στο σκοτάδι του δωματίου του καυστήρα.




ΤΟ ΨΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ....

            Tου ρθε και τ'άλλο στο μυαλό του Θεόφιλου....Εκείνο το βιβλίο που 'χε δει στη βιβλιοθήκη της διαχειρίστριας, που 'χε πάει να πληρώσει τα κοινόχρηστα (είπαμε..τρέχοντα και ασθμαίνοντα, νομοταγές ων, άψογο και άμεμπτο στις υποχρεώσεις του....να τονε κουβεντιάσουν οι άλλοι πως τάχα καθηστέρησε τα κοινόχρηστα; ποτέ). "Το ψέμμα ζει μόνο μια νύχτα" το λεγαν το ανάγνωσμα. Κι όταν το 'δε, αναρωτήθηκε..."μα μια νύχτα μόνο? Μπα, ξέρω ψέμματα που αντέχουν και παραπάνω". Ξεσκότισε αμέσως το μυαλό του από την εικόνα της παιχνιδιάρας διαχειρίστριας με το μακό σορτσάκι και το νεαρούλη σύζυγο -νιόπαντρο ζευγαράκι ήταν ντε- και καμώθηκε να συρθεί δυο βήματα πιο πίσω, εκεί που η άκρια του ματιού -είχε ωραίο μάτι ο Θεόφιλος κι ας είχε ρυτιδιάσει- είχε πιάσει το μελλούμενο βάσανό του απ'την αρχή.
             "Δεν είναι τίποτα" μονολόγησε..."Ωχ αδερφέ, ένα παλιοσκουτί πεταμμένο, ε και;" Πήγε παραπέρα να ακουμπήσει στη λεμονιά το καπελάκι του. Είχε πέσει ο ήλιος, τον ζέσταινε κιόλας, βρήκε κι ευκαιρία ο κ.Μπάστας να προσπεράσει την "ένδειξη", μοσχομύριζε κι η λεμονιά...πολύ δεν ήθελε, αποτραβήχτηκε.. Το πλαϊνό του ματιού όμως, σα να αληθώριζε βρε αδερφέ! Σα να έγερνε κατά κείθε μεριά..."Ωχου" αναλογίστηκε...δεν πρόλαβε να συνεχίσει τη σκέψη του και η σιδερένια πόρτα με το σπασμένο τζάμι βόγγηξε...

ΚΟΝΤΑ ΠΟΔΑΡΙΑ...

Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να γέρνει όταν ο Θεόφιλος Μπάστας αποφάσισε να κατέβει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας για να σκαλίσει τα φυτά. Ήταν κάτι που του άρεσε να κάνει ακόμη και μη έχοντας κανένα όφελος, εφ' όσον υπήρχε κηπουρός, που πρόσεχε τον "κήπο", όπως αρεσκόταν να τον περιγράφει η κυρία Πολυξένη που είχε δυάρι στον τρίτο και δεν είχε κανένα παράθυρο να βλέπει στον ακάλυπτο.

Ο Θεόφιλος ξεκλείδωσε την σιδερένια πόρτα με το ραγισμένο τζάμι, δρασκέλισε το ψηλό παραπέτο που σκοπό είχε να προστατεύει το υπόγειο από τα νερά της βροχής και βγήκε στο πατημένο χώμα.
Δεν ήταν πολλά τα φυτά που φύτρωναν εκεί έξω, δεδομένου ότι, ο εργολάβος είχε αποφασίσει να ρίξει όλα τα μπάζα σ' έναν τεράστιο λάκκο, ακριβώς εκεί όπου έφτιαχναν και το χαρμάνι του ασβέστη.
Αποτέλεσμα, ένα νεκρό χώμα που όσο και να το σκάλιζες και ό,τι και να φύτευες, το κατασπάραζε, αφού προηγουμένως το είχε καταξεφτιλίσει με κηλίδες, κιτρινίσματα, ξεράματα, φυλλόπτωση και κάθε λογής αρρώστεια.

Σήμερα όμως, ο κύριος Μπάστας θα ανακάλυπτε πως υπήρχε ένα σημείο στον κήπο, που το παρελθόν του δεν έκρυβε σκέτο ασβέστη και μπάζα. Θα ερχόταν σε επαφή με τους πιό μύχιους φόβους οποιουδήποτε νομοταγούς πολίτη, που μονίμως έσπευδε από τους πρώτους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος, που πάντα έκοβε ταχύτητα στο πράσινο με φόβο μήπως και τον πιάσει πορτοκαλί και δεν προλάβει να σταματήσει εγκαίρως. Δεν θα του άρεσε σε καμμιά περίπτωση να πρέπει να απολογηθεί σε κάποιον τροχαίο, ακόμη και αν είχε δίκιο, πόσο μάλλον να πει ψέμματα, δεδομένου ότι, η μακαρίτισσα η γιαγιάκα του συνήθιζε να του λέει, κι' αυτός λάτρευε την γιαγιάκα του, πως, ""Το ψέμμα 'έχει κοντ'α ποδάρια"...