Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ;;;


Συνέλευση... Τί είχανε πάλι να πουν; Κάθε πότε θα έρχεται η Ρουμάνα που κάνει τις σκάλες ή αν είναι φυσιολογικό να μην σταματάει το ασανσέρ ν’ ανεβοκατεβαίνει δεύτερο –τρίτο, δεύτερο –τρίτο..; Σιχαινόταν τις συνελεύσεις. Πιό πολύ γιατί όταν χρειαζόταν να χαιρετήσει κάποιον ή να δώσει σε άλλον ένα χαρτί που κράταγε προηγουμένως στα χέρια του, είχε παρατηρήσει πως μετά αυτός ο κάποιος έβαζε σε μια διακριτική καραντίνα το χέρι του. 
Που σημαίνει ότι, δεν το χρησιμοποιούσε για καμμία άλλη δουλειά ή δεν τόβαζε στην τσέπη μέχρι να γυρίσει στο διαμέρισμά του και να πάει να πλυθεί καλά-καλά με απολυμαντικό. Για τους γελοίους και αγράμματους συγκάτοικούς του στην θλιβερή αυτή πολυκατοικία, ο δερματολόγος ήταν ένας μονίωμς μολυσμένος άνθρωπος. Λες και τους είχε πει κάποιος πως τις δερματικές ασθένειες που παρουσιάζουν οι ασθενείς του, τις εξετάζει τρίβοντας τα χέρια του και τη μούρη του πάνω τους!

Να πάει στη συνέλευση, γιατί αν δεν πήγαινε και ο σκατομαλάκας ο δικολάβος του πρώτου τόπαιρνε χαμπάρι, θα ανέβαινε και θα του βάραγε το κουδούνι μέχρι να τρίξει ο σοβάς. Τί μαλάκας... Έβαζε μέσα στον λόγο του κάτι λέξεις από τα δικαστήρια, κάτι νομικές εκφράσεις που δεν ταίριαζαν καθόλου, ίσα-ίσα για να σαστίζει τον άλλο τον μαλάκα, τον διαχειριστή. Το μόνο που άξιζε στις συνελεύσεις ήταν η γυναίκα του διαχειριστή. Τί γκόμενα... Καμμιά φορά σκεφτόταν πώς θα γινόταν να έδινε τα κοινόχρηστα σε δόσεις για να την βλέπει συχνότερα.

Πηγαίνανε τις κόντρες με την Πόλυ από δίπλα ή ήταν η ιδέα του; Η Πόλυ βέβαια, ήταν άλλο πράμα. Εστέτ, θα έλεγε με μια λέξη. Άκουγε καμμιά φορά απ΄το διαμέρισμά της μουσική και ήθελε να της χτυπήσει το κουδούνι να της πει πως κι΄αυτός την ίδια άκουγε, πως, ναι, είχε τον τελευταίο δίσκο της Diana Krall και το Hey, Eugene! των Pink Martini, αν και προτιμούσε τη συλλογή με τα γαλλικά τραγούδια των Lost Fingers και το Mayhem της Imelda May

Αναρωτιόταν, τί να διάβαζε άραγε...Φανταζόταν κάτι σε noir, ϊσως και αυτά τα εμπορικά του παρηκμασμένου σκανδιναβικού noir, ϊσως πάλι Camilleri, ίσως και κάτι πιό κλασσικό σε Raymond Chandler, πάντως, αστυνομικό. Να έβρισκε μια ευκαιρία να της έλεγε πόσο πίστευε πως μοιάζουν και πόσο κρίμα είναι που ζουν παρόμοια ζωή σε μόλις διπλανά διαμερίσματα... 
«Κάθε φυσιολογική γυναίκα θα σιχαινόταν να έχει για άντρα ένα που ασχολείται με σπυριά και εκζέματα!» Η γυναίκα του αυτή. Σπουδαία κυρία. Είχε τελειώσει την ΒΑΚΑΛΟ, είχε στήσει και δυό ρουχαλάδικα κάπου στα βόρεια προάστεια που πήγανε άπατα, και είχε τελειώσει την καρριέρα της εκεί. Μετά τόρριξε στην φωτογραφία. Έβγαζε όλο κάτι κοντινά σε ό,τι φανταστείς, σε κάτι υδροροές, σε κάτι γκράφιτι του ολυμπιακού, σε κάτι καρότσια της λαϊκής φορτωμένα παληοσίδερα και έκανε εκθέσεις σε μια γκαλερί μιανής φίλης της και πήγαιναν οι πραντοφορεμένες για να προβληματιστούν. Ας ήταν καλά τα δύο τριώροφα που της είχε αφήσει ο μπαμπάκας της, που σημειωτέον, ήταν δερματολόγος... 

Γιατί αυτός ήταν που τον έστρεψε σε αυτήν την ειδικότητα όταν, φοιτητής ακόμα, επσικεπτόταν την Μαρί στο σπίτι τους στο Παγκράτι. Μαρί. Όχι Μαρία. Της κόλλαγε: «Έλα ‘δω Μαρή!» θύμωνε εκείνη, τον φώναζε βλάχο. Εφτακόσια ευρώμπαλα τον μήνα έπαιρνε για διατροφή η Μαρί από τον βλάχο. Μάλιστα, κι΄ ας ειχε τα τρίδιπλα εισοδήματα από ‘κείνον.

Τί ώρα ήταν η συνέλευση; Κι΄αν έπαιρνε κανέναν κολλητό του να του πει να περάσει να πιούνε καμμιά τεκιλίτσα και σε περίπτωση που χτυπήσει ο Ανέστης το κουδούνι για να τον επιπλήξει να τον έβαζε να κάνει τον άρρωστο; Μωρέ, χέστο... Πάμε τώρα και ας ελπίσουμε πως θάναι και το πουτανάκι του ταξιτζή, ‘κείνη η Σοφούλα με το κωλί το στουμπωμένο μέσα στο δύο νούμερα μικρότερο σορτσάκι. Καλά, ρε μαλάκα, σκέφτηκε, πόσο αναγκεμένος είσαι... και τί γλώσσα είναι αυτή. Μίλαγα εγώ ποτέ έτσι; Αχ, η αγαμία.. Νάτο πάλι! Ρε πάμε στη συνέλευση γιατί θα χάσω κάθε ιδέα για μένα!


Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ...

Δυνατός χαρακτήρας δεν ήταν ποτέ. Δύσκολα θα έλεγε όχι εάν απέναντί του στεκόταν κάποιος με αποφασιστικό χαρακτήρα. Αρκούσε τότε μια μικρή δόση επιμονής από τον άλλον για να συγκατανεύσει ο Μιχάλης.

Όσο εντυπωσιακός έδειχνε έτσι καλογυμνασμένος και μπόλικος που ήτανε, τόσο μαλθακός αποδεικνυόταν όταν είχε ν'αντιμετωπίσει κάποιον με θέληση. Η δική του η θέληση σταμάταγε στο πόσα κιλά πάγκο θα έκανε την επόμενη φορά στο γυμναστήριο, μέχρις εκεί.
Μόλις άκουγε τον συνομιλητή να χρησιμοποιεί λέξεις ακαταλαβίστικες που θυμόταν νάχει ακούσει πριν από χρόνια στο λύκειο από την φιλόλογό του την Κα Πεδιλάτου, η θέλησή του του έλεγε χαμηλόφωνα να συμφωνήσει όσο πιό γρήγορα γίνεται και να τελειώνει.

Βέβαια, η θέλησή του, ουσιαστικά, ήταν εκείνη που τον προστάτευε, αφού τον γλύτωνε από περαιτέρω εξευτελισμό, δεδομένης της διανοητικής του ικανότητας που περιοριζόταν στον υπολογισμό των κουταλιών πρωτεΐνης που θα χρειαζόταν μέχρι να τελειώσει ο κουβάς, οπότε και θάπρεπε να παραγγείλει άλλον. Αυτός ο υπολογισμός ήταν αρκετή πνευματική δραστηριότητα για μια εβδομάδα ακριβώς. Τόσο κράταγε ο κουβάς με το πρωτεϊνούχο ρόφημα.

Είχε δεχτεί λοιπόν αβασάνιστα την πρόταση του Κου Μπάστα, που σαν "γραμματιζούμενος", ήξερε να κάνει την διαταγή του να μοιάζει με πρόταση, στην οποία ο Μιχαλάκης δεν θα μπορούσε παρά να συναινέσει.

"Εσείς, Κύριε Μιχάλη, δεν θα κάνετε τίποτε", του είχε απευθυνθεί στον πληθυντικό ο Θεόφιλος.
Στον πληθυντικό ο Μιχάλης άκουγε να του απευθύνονται μόνον από το τηλέφωνο, οι τράπεζες που ήθελαν να του πουλήσουν κανένα δάνειο.  Δεν κολακευόταν. Σάστιζε. Θαρρούσε πως ο άλλος έβλεπε πάνω του μιαν αξία, που τόσο οι ίδιος όσο και οι άλλοι αγνοούσαν ή αδυνατούσαν να εκτιμήσουν.
Προσπαθούσε τότε να πάρει μια σοβαρή έκφραση, να δείξει πως του άξιζε η τιμή, να δείξει πως πράγματι ανήκε στο επίπεδο που τον τοποθετούσε ο Κος Μπάστας.  Κι' αυτή η σοβαρή έκφραση τον έκανε γελοίο σε επίπεδο τρόμου. Ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε συνομιλητή να μείνει απαθής, χωρίς να γελάσει αθέλητα μπροστά σε μια τέτοια τραγική καρικατούρα. Ο Φρανκενστάιν σε ρόλο δασκάλου, θα μπορούσε να πείσει μερικούς γονείς για το αγαθό των προθέσεών του. Ο Μιχάλης σε ρόλο σοβαρού συνομιλητή θα έπειθε μόνον την γυναίκα του. Η οποία ήταν και η μόνη που μπορούσε να τον κοντράρει σε επίπεδο και ένταση βλακείας.

"Απλώς, θα φροντίσετε να γίνει η συνέλευση και αφήστε τα υπόλοιπα πάνω μου. Θα βρω μια ευκαιρία να αρχίσω να μιλάω και θα πάει η συζήτηση εκεί που πρέπει. " συνέχισε ο Θεόφιλος, έχοντας πλήρη έλεγχο της κατάστασης.
"Δηλαδή για τον κήπο..." έκανε σοβαρός ο Μιχάλης κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών του με σμιγμένα τα φρύδια, σαν να κατανοούσε την βαρύτητα του επικείμενου συμβάντος, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν ήταν και σίγουρος πως είχε καταλάβει σωστά και ήθελε να βεβαιωθεί για το αντικείμενο της έκτακτης συνέλευσης.

"Ναί! Ακριβώς!" είπε ο Θεόφιλος εννοώντας το ακριβώς αντίθετο. Ότι, δηλαδή, σε καμμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να είναι προϊδεασμένοι οι συμμετέχοντες για το θέμα του κήπου, που ήταν το ζουμί της υπόθεσης.
"Αλλά, δεν θα τους πούμε κατ΄ευθείαν για τον κήπο, γιατί τότε δεν θα νοιαστούν και πολύ και δεν πρόκειται να τελειώσουμε ποτέ και θα μπλέξουμε σε ατέλειωτες συζητήσεις", είπε ο Θεόφιλος που ήξερε πως ο Μιχάλης ένα πράγμα έτρεμε και αυτό, ήταν οι συζητήσεις...
"Εμείς, δηλαδή εσείς που είστε και ο Διαχειριστής, θα πείτε πως η πολυκατοικία δεν είναι όσο πρέπει καθαρή και αυτό είναι κάτι που πρέπει να διορθώσουμε και μάλιστα, γρήγορα. Τότε μόνον, θα δείτε εμένα να μπαίνω στην συζήτηση και να κάνω νίξη για τον κήπο" και καταλαβαόινοντας ότι είχε μόλις χρησιμοποιήσει άγνωστη λέξη συμπλήρωσε βιαστικά "Θα φέρω δηλαδή το θέμα στον κήπο και την καθαριότητά του, που όπως και να το κάνουμε, είναι ψιλοχάλια."
Αυτό το "ψιλο" τόχε βάλει επίτηδες, γιατί ήξερε πως θα έκανε τον Μιχάλη να αισθανθεί οικεία, να χαλαρώσει και όχι μόνον να συμφωνήσει, αλλά και να θυμάται τί ακριβώς έπρεπε να κάνει.

Ο σκοπός αγίαζε τα μέσα τώρα περισσότερο από ποτέ. Και ο σκοπός ήταν, τρία ζευγάρια μάτια να παρατηρήσουν με προσοχή τα πρόσωπα των ιδιοκτητών και των ενοίκων την ώρα που ο Θεόφιλος θα απαιτούσε να ανασκαφεί ο κήπος γιατί το έδαφος είναι νεκρό και πιθανότατα μολυσμένο και επικίνδυνο ακόμη και για την υγεία των κατοίκων, αφού τα ρολόγια του νερού από στιγμή σε στιγμή θα μπορούσαν να μολυνθούν από τα απόβλητα των τριγύρω μονοκατοικιών, που έχοντας παληές, κεραμικές αποχετεύσεις, πιθανότατα σπασμένες, άφηναν τα βρωμόνερά τους στους τριγύρω ακάλυπτους, άρα και στον δικό τους. Απίθανο σενάριο, που τόχε εμπνευστεί από έναν φίλο του Πετραλωνιώτη που πλήρωσε μια περιουσία όταν πλημμύρισαν τα υπόγεια της διπλανής πολυκατοικίας εξ'αιτίας της πεισματάρας θείας του, που δεν εννοούσε να παραδεχτεί πως το σπίτι, και άρα και η ίδια, ήταν παληό και ήθελε επισκευή.

Αυτή την συνέλευση έβλεπε σαν πρώτο βήμα για να αρχίσει να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Τί άλλο να έκανε. Να καλούσε την αστυνομία; Ετσι και βρισκόταν τίποτε, θα μαζευόταν οι τηλεοράσεις και θα γινόταν τόσος ντόρος που θα τους έβγαινε ξινό. Και θα μαγαριζόταν η πολυκατοικία μια για πάντα. Και θα έπρεπε να περιμένει να ξεχαστεί μετά από πολλά χρόνια η υπόθεση για να μπορέσει επιτέλους να πουλήσει το κωλόσπιτο και να φύγει για πολύ συγκεκριμένο προορισμό που είχε εδώ και χρόνια στο μυαλό του.
Να φύγει και να χαθεί από γνωστούς κι'αγνώστους, από εχθρούς και φίλους...
 
Και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Θεόφιλος βαθειά μέσα του, στην δική του, κατάδική του κόλαση της καχυποψίας, απλώς ήλπιζε ότι, τα άλλα δύο ζευγάρια μάτια, εκτός απ΄ τα δικά του, της Πολυξένης και της Αρτεμισίας δηλαδή, δεν ανήκαν σε κάποιον από τους υπόπτους της υπόθεσης...







Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ένας υπέροχος άνθρωπος


Η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. 
Δεν μοιάζουμε σαν χαρακτήρες, αλλά, αυτό δεν με εμποδίζει να παραδεχτώ ότι είναι καλύτερος άνθρωπος από μένα. 

Απ΄την αρχή φάνηκε η διαφορά μεταξύ μας και νομιζω πως και ‘κεινη με το περίφημο στους κύκλους της οικογένειας διαδακτορικό, συμβιβάστηκε με έναν σύζυγο του δημοτικού, που θα της ήταν όμως πιστός και θα της εξασφάλιζε τα απαραίτητα. Αν και απαραίτητα δεν ήταν όλα όσα ζητάει η γυναίκα μου. 

Και λιγότερο απαραίτητο είναι το μαγαζί που της άνοιξα όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη και τους νέους καλλιτέχνες. Τέλος πάντων, της αναγνωρίζω την ανατροφή που έχει δώσει στα παιδιά. Αν είχαν εμένα σαν παράδειγμα θα ήταν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Το αυτοκίνητο, ο δρόμος, η κούραση, οι πελάτες, δεν σ’αφήνουν την ευκαιρία να πάς σε πιό «ποιοτικούς» δρόμους. Πέφτεις μέσα στα σκυλοτράγουδα και στις μεταγραφές και τις διαιτησίες πριν το πάρεις χαμπάρι. Ξεκινάς για χαβαλέ, για να γελάς λίγο, για νάχεις μια παρέα που σε κάνει να ξεχνιέσαι και μετά, έχεις γίνει ένα πράγμα με το αντιϊδρωτικό κάλυμμα, χυμένος επάνω στο τιμόνι, σταυρωμένος στο λεβιέ των ταχυτήτων. Τί παιδί να αναθρέψεις, τί να του πεις; «Κύττα, κορίτσι μου, μη γίνεις πουτάνα και πρόσεχε παλλικάρι μου, μη γίνεις πούστης...». Αυτή την διαπαιδαγώγηση θα τους έδινα εγώ και ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο του γιού όταν θα πρωτογάμαγε. Χέσε και φασκέλωστα δηλαδή...
Ευτυχώς η Όλγα καλύπτει όλο αυτό το δικό μου τίποτα και μάλιστ, διακριτικά, χωρίς να με προσβάλλει ποτέ, είτε με την στάση της είτε με τα λόγια της. Και δεν έχω παράπονο ούτε για τις ιδιωτικές μας στιγμές. Δε λέω περισσότερα γι’αυτό το θέμα. Δεν είμαι καλλιεργημένος και δεν ξέρω πού σταματάει η οικειότητα και πού αρχίζει η προστυχιά, προτιμάω λοιπόν, να μη πω άλλα.
Αλλά, αυτό που είχαν από μικρός, μου βγήκε και στον γάμο μου. Είχα μάθει μόνος μου και ποτέ δεν κατάφερα να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι. Μιά φορά, έξι-εφτά χρονών θάμουνα, μεσα στο καταχείμωνο, με είχαν βάλει να κοιμηθώ με τον ξάδερφό μου τον Νώντα στο κρεββάτι των γονιών του. Είχαν ένα γλέντι και για να μην ξενυχτήσουμε εμείς τα μικρά, μας έβαλαν στο διπλό κρεββάτι της θείας και του θείου. Ε, μόλις αποκοιμήθηκε ο Νώντας, γύρισα κι΄έπεσα στο παρκέ, κατάχαμα. Πιότερο μ’ένοιαζε το σώμα δίπλα μου που δεν άντεχα να το νιώθω, παρά το κρύο. Μετά που αρραβωνιστήκαμε με την Όλγα τής έκαμα εξήγηση, το και το, δεν είναι που δεν σε θέλω, αυτό τόξερε πως δεν ίσχυε, είναι που δεν μπορώ. Μπορεί να με πιάσουν και κλάμματα άμα μ΄αναγκάσεις να κοιμηθώ με άλλον στο ίδιο κρεββάτι.
Γι’αυτό έχουμε χωριστές κάμαρες. Και τα παιδιά έχουν το καθένα δικο του δωμάτιο. Θα πεις αυτά είναι και μεγάλα και είναι δύσκολα να αλλάζουν τόνα εμπρός στο άλλο, να τυρρανιώνται όσο νάναι στη δύσκολη ηλικία. Εγώ, για την ακρίβεια, κοιμάμαι στο σαλόνι. Με βολεύει ο καναπές. Και τα παιδιά ξέρουν πως έχω περίεργα ωράρια και πέφτω στον καναπέ για να μην ενοχλώ την μάνα τους. Έχουν αυτά τις δικές τους έννοιες τώρα, τα φροντιστήρια, τα αγγλικά, το άλλο φύλο, δεν πολυασχολούνται με μας. Η Σοφίτσα φέρνει και κείνο το παλλικαράκι στο σπίτι πολλές φορές, τον Στλιο και καμμιά φορά μένει και εδώ. Από το να γυρνάνε στα παληοξενοδοχεία, καλύτερα...
 
Το δωμάτιο της γυναίκας μου πάλι, βλέπει πίσω, στον ακάλυπτο. Και επειδή δεν έχει να σηκώνεται νωρίς, κάθεται μέχρι αργά, χειμώνα –καλοκαίρι και πίνει ένα ποτό έξω στο μπαλκόνι. Έχει τώρα τρεις μέρες, που αν και δεν πέφτει νωρίς, δεν βγαίνει και στο μπαλκόνι. Τη ακούω να περπατάει μέσα στο δωμάτιό της με χαμηλά την μουσική και θάθελα να ξέρω γιατί, μα ντρέπομαι είναι η αλήθεια. Ίσως να αποφεύγει κάποιον ενοχλητικό σε απέναντι μπαλκόνι, ίσως πάλι να έχει βαρεθεί την γειτονιά που μένουμε, μα όπως και νάχει ντρέπομαι και να ρωτήσω και ντρέπομαι να ακούσω και την απάντηση, που μπορεί να θίγει τις δυνατότητές μας.

Ή μπορεί να φοβάμαι κιόλας να ρωτήσω. Φοβάμαι μήπως ανακαλύψω κάποιον ίσκιο στα μάτια της, τον ίσκιο κανενός άλλου. Μπορεί να έχει ό,τι θέλει. Εγώ δεν αντέχω να το ξέρω. εγώ ξέρω πως η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και έτσι θέλω να μείνει η εικόνα της στο μυαλό μου. Και αφού εκείνη είναι η μορφωμένη, ας επιλέξει πότε θα μου πει αυτά που έχει να μου πει, όταν θα τάχει έτοιμα για να μου τα πει.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ο ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡ

Ο φρεσκοψημένος καφές γέμισε το διαμέρισμα με την έντονη μυρωδιά του και τα τελευταία ρεψίματα της καφετιέρας σήκωσαν απ΄τον καναπέ την Σοφία, που  φορώντας ακόμη το κοντό της σορτσάκι παρά το προχωρημένο φθινόπωρο, πήγε προς την κουζίνα για να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ.

Ο Στέλιος είχε φύγει από ώρα γιατί είχε διάβασμα για την εξεταστική του που δεν πεπαιρνε άλλες αναβολές. Ήταν αναγκασμένος εδώ και χρόνια να δουλεύει και να σπουδάζει παράλληλα και αυτό είχε πάει πίσω αρκετά τα  χρωστούμενα μαθήματα. Ευτυχώς, είχε τη στήριξη των δικών του και δεν τον πείραζε και τόσο που είχε μείνει μόνος χωρίς πτυχίο από την ειδικότητά του.
Οι άλλοι του τμήματός του είχαν από καιρό τελειώσει και δεν έχαναν ευκαιρία να περνούν από το ταχυφαγείο που εργαζόταν και να τον τσιγκλάνε με τον τρόπο τους.
Αλλά, ο Στέλιος ήταν εντάξει με την συνείδησή του και εφάρμοζε αυτό που έλεγε "ψυχολογικό τζούντο", τους έπιανε δηλαδή με την ορμή τους και τους πέταγε στο πλάι, δεν έφερνε καμμιά αντίρρηση στα λόγια τους, αντιθέτως έπαιρνε τα πειράγματα και τα έκανε μεγαλύτερα, οπότε η επίθεση έχανε τον στόχο της.

Πίσω στο σπίτι της Σοφίας, που στο μεταξύ πρόλαβε να βάλει ένα φλυτζάνι καφέ, η αμηχανία μεγάλωνε. Η Σοφία είχε μια περίεργη αίσθηση του εαυτού της. Ήταν απολύτως ειλικρινής με τα αισθήματά της και δεν κρυβόταν από τον ίδιο της τον εαυτό. Ήξερε πώς ένιωθε, τί ένιωθε και για ποιόν λόγο ακριβώς. Ήξερε πως το κοντό σορτσάκι, για παράδειγμα,  ήταν μιά άρνηση του χειμώνα μεταφορικά και πραγματικά. Επίσης, ήξερε πως της άρεσε το ότι ο Στέλιος, παρά τα τρία χρόνια που ήταν μαζί, ήθελε κάτι να κρατάει την σχέση ζεστή.

Έτσι, και ιδού η πηγή της αμηχανίας της, η Σοφία, με τις ίδιες ενδοσκοπικές ικανότητες, είχε διαγνώσει πόσο της άρεσε να μιλάει, να συναναστρέφεται θάταν πιό σωστό να πει κανείς, με τον κύριο Θεόφιλο. Οι εργένηδες σπανίως διεγείρουν την φαντασία των γυναικών και μάλιστα, των δικών της κυβικών. Αλλά, ο κύριος Θεόφιλος ήταν εντελώς διαφορετικός.
Είχε μιαν απόσταση από τα δυνατά της σημεία, σαν να μην τον ένοιαζε το πόσο γυναίκα ήταν και μάλιστα, ήταν σαφές ότι του άρεσαν οι γυναίκες, είχε δει πώς γλύκαινε το πρόσωπό του όταν μίλαγε στην Πολυξένη για παράδειγμα.

Τότε τί ήταν... Μήπως το ότι είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας..; Αλλά, αυτό ακριβώς ήταν που έκανε την Σοφία να έλκεται από τον Θεόφιλο. Ήταν ένας άντρας με την ωριμότητα του πατέρα της, το σοφιστικέ στύλ του καθηγητή της των Ιταλικών και χωρίς καθόλου από την αδεξιότητα του Στέλιου, που όσο και να το κάνεις, είχε την ορμή που χρειαζόταν οριζοντίως, αλλά τούλειπε αυτό το κάτι στους τρόπους.

Και τέλος, η Σοφία εύρισκε ότι, η μοναχικότητα του κυρίου Θεόφιλου δεν ήταν στείρα. Είχε φτιάξει τον κόσμο του, το αποκλειστικό του περιβάλλον, με τα βιβλία του, τις μουσικές του, τις ασχολίες του και ήταν αυτάρκης μέσα σ΄αυτόν. Μ' άλλα λόγια ήταν ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, που είχε όμως, αποφασίσει να μένει μόνος του.
Όσο για το άλλο, η Σοφία προσπαθούσε να τον φανταστεί το βράδυ, όταν όλη η πολυκατοικία ησύχαζε και δεν υπήρχε ψυχή στους κοινόχρηστους χώρους, να δέχεται την επίσκεψη μιας ξεχωριστής συντροφιάς. Από την μισάνοιχτη πόρτα βγαίνουν οι χαμηλές νότες μιας απαλής τζαζ, ο Θεόφιλος στέκεται στο ημίφως με ένα ποτήρι ακριβό malt στο χέρι, υποδέχεται μ' ένα πλατύ χαμόγελο ένα θηλυκό αιλουροειδές, που τον χαιρετά μ' ένα φιλί στο μάγουλο και χάνονται κι' οι δυό πίσω από την πόρτα που κλείνει αργά.
Η Σοφία θάθελε πολύ νάναι αυτή εκείνο το αιλοουροειδές, που ακουμπάει την τσάντα της στο τραπέζι τιυ σαλονιού και σταυρώνει φιλάρεσκα τα πόδια της στον καναπέ του Θεόφιλου κρατώντας το ποτό της με τα δυό χέρια, ζητώντας λίγο νερό, έτσι, για να τον βάλει να κάνει κάτι γι΄αυτήν...

Ως εδώ. Θα πήγαινε να του μιλήσει. Αφορμή υπήρχε, εκείνο το θέμα με την αλλαγή του ασανσέρ, που ο Θεόφιλος είχε την εμπειρία και την οργανωτικότητα να το κανονίσει.
Άλλαξε στα γρήγορα το χιλιοφορεμένο σορτσάκι μ΄ ένα εφαρμοστό τζην και κίνησε προς την πόρτα. Έπιασε το χερούλι και σταμάτησε. Γύρισε πίσω, πέταξε το τζην και φόρεσε ένα γκρί πρόχειρο φόρεμα. έλυσε τα μαλλιά της και τράβηξε την πόρτα πίσω της.





Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΦΟΒΟΣ!!!

Ο Ανέστης Μιρμίτζογλου ήταν αυτό που λέμε εριστικός άνθρωπος.   Την κάθε του κοινωνική, λέμε τώρα, επαφή την αντιμετώπιζε σαν πολεμική συμπλοκή και είχε εφεύρει κανόνες εμπλοκής βασισμένους σε τεχνικές που εφαρμόζουν οι δικηγόροι στις δικαστικές αίθουσες.
Ένοιωθε σχεδόν πάντα αυτοπεποίθηση στις συζητήσεις του. Μια αυτοπεποίθηση  που του προσέφερε η αγένειά του, η σχεδόν τσαμπουκαλίδικη επιθετικότητά του και η  επίκληση  στις κουβέντες του ανύπαρκτων νόμων και αμφιβόλου ορθότητας νομικών γνωμικών που υποστήριζε με σθένος εκμεταλλευόμενος την επαγγελματική του ιδιότητα. Γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο, αν και ποτέ δεν έμπαινε στον κόπο να διορθώσει εκείνους που εσφαλμένα νόμιζαν ότι ήταν πραγματικός δικηγόρος. Ο αέρας της αλαζονείας του, δημιουργούσε συχνά τέτοιου είδους εντυπώσεις.
Σήμερα όμως ένοιωθε ταπεινωμένος. Είχε ηττηθεί. Είχε χάσει την μάχη και μάλιστα από ποιόν; Από τον Θεόφιλο, τον κύριο Τίποτα.
Αυτό το ανθρωπάκι σήκωσε το ανάστημά του και έγινε απειλητικό θεριό. "Και αν σε δω να πλησιάζεις το παρτέρι θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!"  Οι λέξεις δεν ξεκόλαγαν από το μυαλό του. Ειχαν αποκτήσει τεράστιο βάρος στη ζυγαριά του φόβου του, ίσως γιατί ειπώθηκαν από το συγκεκριμένο στόμα. Ισως γιατί ειπώθηκαν την συγκεκριμένη στιγμή. Ισως γιατί δυό βράδυα νωρίτερα είχε ακούσει, αυτά που είχε ακούσει, εκεί κάτω στον ακάλυπτο. Δεν είχε δώσει σημασία τότε αλλά του κίνησαν την περιέργεια. Ποιοι μιλούσαν ψιθυριστά μέσα στη μαύρη νύχτα στον ακάλυπτο; Τι θόρυβοι ήταν αυτοί;
«... θα σε φυτέψω από κάτω για κοπριά!!!» Ολόκληρη  η περιέργια της προχθεσινης βραδυάς μετατράπηκε σε τόσο μεγάλο  φόβος που ποτέ δεν φαντάστηκε ότι μπορεί να νοιώσει μεσα σε επτά λέξεις και ένα βλέμα. Και το σπάσιμο της τζαμόπορτας λιγό μετά που είχε φύγει, δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Ηταν υπενθύμιση  της απειλής.
Φοβόταν. Φοβόταν πολύ!!!

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ακάλυπτοι...

Κουδούνι! Αυτό δεν θα συνέβαινε ούτε στο πιό φτηνό μυθιστόρημα, να χτυπήσει το κουδούνι πάνω που η Πολυξένη ετοιμαζόταν να έρθει λίιιιγο πιό κοντά και να ανοίξει έστω και μια τόση δα πορτούλα στις καλημέρες τους.
Ζήτησε μια ξερή συγγνώμη, αφήνοντας να φανεί το μέγεθος της στενοχώριας του για την διακοπή και πήγε προς την πόρτα. Τράβηξε αργά αργά το χερούλι προσπαθώντας να καταστήσει σαφές ότι, δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή και στο κάτω-κάτω, το κουδούνι του δεν χτύπαγε σχεδόν ποτέ και τώρα, πάνω που το πρώτο χτύπημα πήγε να βγάλει λαυράκι, νάσου και το δεύτερο που χάλαγε το πρώτο...
Και τα πράγματα έγιναν σαφώς χειρότερα όταν στο άνοιγμα της πόρτας, κάτω από την αναιμική λάμπα του διαδρόμου, πρόβαλε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας από τον πρώτο.
"Κύριε Μπάστα, καλησπέρα!" είπε και προχώρησε στο χωλάκι από το κενό που είχε αφήσει ο Θεόφιλος μέσα στην σαστιμάρα του. "Ξέρω, δεν σας έχω συνηθίσει σε επισκέψεις, αλλά, ειναι κάτι που θέλω να μάθετε.." είπε χαμηλώνοντας την φωνή και σκύβοντας συνωμοτικά προς το μέρος του σαν προξενήτρα. Πέρα όμως από την αυθόρμητη αντιπάθει απου γεννούσε η φάτσα της κυρίας Αρτεμισίας, έμοιαζε πως κάτι πραγματικά συνέβαινε.
Τί στην ευχή, κι'άλλη μια που έχει κάτι να εκμηστυρευτεί και μάλιστα, σε μένα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος. Δύο σ'ένα βράδυ ήταν παραδόξως πολλές...
"Μα.. ξέρετε, εγώ δεν έχω κάποια αρμοδιότητα..." μουρμούρισε ο Θεόφιλος "σχεδόν σε ο,τιδήποτε, και άρα... τί.."
"Κύριε Μπάστα, είστε υπεύθυνος άνθρωπος και μόνο σε σας μπορώ να μιλήσω", απάντησε κοφτά η Αρτεμισία. "Κι' έπειτα, είναι και η εμπλοκή σας στα θέματα του κήπου, που σας θέτει στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος".
Νάσου πάλι ο κήπος στη μέση και προβλέπω να μου βγούν ξυνά τα σκαλίσματα και τα φυτέματα, σκέφτηκε ο Θεόφιλος, που θάθελε να ξεφορτωθεί την κυρούλα το συντομώτερο δυνατόν.
"Μην στέκομαι μεσ' τη μέση..." έκανε η κυρία Αρτεμισία και προχώρησε προς το σαλονάκι και εκείνη την στιγμή ακριβώς, ο Θεόφιλος πριν προλάβει να την σταματήσει, θυμήθηκε την Πολυξένη...
Ήταν αργά... Η Αρτεμισία είχε έρθει φάτσα με την Πολυξένη που στο μεταξύ, είχε την ευφυία να σηκωθεί από τον καναπέ και είχε χαιρετήσει πρώτη την κυρία Αρτεμισία:
"Αρτεμισία μου, καλησπέρα, τί μου κάνεις...", μα η Αρτεμισία είχε μείνει κάγκελο και φάνηκε τόσο πολύ, σαν λεκές σε νυφικό.
"Καλησπέρα, Πολυξένη, καλησπέρα.... Δεν ήξερα πως..." και έδειξε προς τη μεριά του Θεόφιλου, που έκλεινε την πόρτα και ακολουθούσε με το κεφάλι σκυμμένο,  παρατηρώντας μόλις εκείνη την στιγμή το ωραίο γκρί φόρεμα της Πολυξένης, που έφτανε όμως, μόλις λίγο πάνω από το γόνατο και αμέσως ευχήθηκε να μην έπεφτε το βλέμμα της κυρίας Αρτεμισίας εκεί...
"Είχα έρθει στον κύριο Μπάστα για ένα θέμα που θα πρέπει να είναι ενήμερος" συνέχισε η Πολυξένη με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Και πέρασε στην αντεπίθεση χωρίς να αφήσει περιθώριο αντίδρασης: "Κι'εσείς, πώς από 'δω..;"
Κύττα φίλε μου, που είμαι παρατηρητής των γεγονότων μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, σκέφτηκε ο Θεόφιλος.
"Μα και 'γω, έτσι σκέφτηκα ακριβώς, πως υπάρχει ένα συμβάν που θα έπρεπε να γνωρίζει,,,"
"...επειδή ασχολούμαι με τον κήπο..." μονολόγησε ο Θεόφιλος κουνώντας το κεφάλι του.
"Ακριβώς!" απάντησαν και οι δύο μαζί. Κυττάχτηκαν και γέλασαν συγκρατημένα.
"Λοιπόν, ξεκινάω πρώτη" είπε η Αρτεμισία χαμηλώνοντας τα μάτια, δείχνοντας έτσι την πρόθεσή της
να αποχωρήσει και να αφήσει τους δύο νεώτερους μόνους. "Προχτἐς το βράδυ που λέτε, γύρω στις τρεισίμιση άκουσα έναν θόρυβο στον κήπο. Θα μου πεις, τί γυρεύεις τέτοιαν ώρα ξυπνητή Αρτεμισία; Μένω όμως μόνη μου και ο ακάλυπτος που βλέπει το σπίτι, με φοβίζει. Μόλις λοιπόν, ξυπνήσω μα για νερό μα για τουαλέτα, πετάγομαι και μέχρι την κουζίνα να ρίξω μια ματιά κάτω.  Έχω παρακαλέσει χίλιες φορές να βαλουν μια λάμπα στον ακάλυπτο, να ανάβει μόλις πέφτει ο ήλιος, μα τίποτα... Τέλος πάντων, ακούω κάτι σαν σκάψιμο, σαν χώμα που ανασκαλεύεται, είναι και το μπαλκόνι μου πανω ακριβώς από τον κήπο, ακούγονται τα πάντα πεντακάθαρα. Ανατρίχιασα..." είπε και ανατρίχιασε και μαζί ανατρίχιασαν και οι άλλοι.
"Δεν βγήκα στο μπαλκόνι, φοβήθηκα, έμεινα ακίνητη και προσπαθούσα να αφουγκραστώ μην ακούσω καμμιά ομιλία, κάτι άλλο χαρακτηριστικό, ένα σημάδι. Όμως, τίποτα... Το χώμα έπεφτε για πάνω από μισήν ώρα από την ώρα που ξύπνησα, μα δεν ακούστηκε τίποτε άλλο, σαν να'τανε φαντάσματα" , είπε και ανατρίχιασε ξανά και ανατρίχιασαν ξανά και οι άλλοι.
Ο Θεόφιλος δεν ήθελε να πιστέψει πως όλ' αυτά ήταν αλήθεια, όλα μαζί σήμερα, όλα... Έμοιαζε με Αγκάθα Κρίστι και δεν του άρεσε καθόλου. Ή μάλλον, τού άρεσε να το διαβάζει, μα δεν είπε ποτές του πως θάθελε και να το ζήσει... Γύρισε να δει την Πολυξένη. Είδε ένα πρόσωπο πανιασμένο, λευκό σαν γιαπωνέζικης κούκλας, με τα μάγουλα νάχουν κρεμάσει, τα μάτια ολοστρόγγυλα να κυττάνε το κενό.
"Κυρία Πολυξένη, είστε καλά;" ρώτησε και την έπιασε απ' τον αγκώνα.
"Καλά είμαι...." είπε 'κείνη,  "Αλλά, δεν μ'αρέσει αυτό που ζω..." συμπλήρωσε πριν σωριαστεί στον καναπέ. "Καλά είμαι... Καλά είμαι...", ξανάπε ""Μόνο που αυτό που έχω να πω με κάνει χάλια..."
Ο Θεόφιλος και η κυρία Αρτεμισία πλησίασαν:
"Τί'ναι , Πολυξένη μου;" ρώτησε η Αρτεμισία βάζοντας και το "μου" για να τονίσει την παληά φιλία που είχε ψιλοπαγώσει σαν την βρήκε στο διαμέρισμα του εργένη τέτοιαν ώρα, ντυμένη τόσο ωραία και, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα μπορούσε να τής ειχε πει κάτι, να μην την άφηνε στα σκοτάδια...
"Θεόφιλε,....κύριε Μπάστα, θέλω να πώ.... Προχτές το βράδυ γυρνώντας με το ταξί από το θέατρο, που είχα πάει με μια φίλη μου," συμπλήρωσε, μην ξεχνώντας πως ήταν γυναίκα μόνη και πως αυτό δεν ήταν καθόλου καλό,  "Είδα μπροστά μου δύο άτομα να έχουν ανέβει την σκάλα της πολυκατοικίας κουβαλώντας ένα μεγάλο σάκκο." Ανατρίχιασαν όλοι μαζί. "Μέχρι να ανοίξω την πόρτα και να μπω, ειχαν εξαφανιστεί. Κύτταξα το ασανσέρ, Το φως έδειχνε πως ήταν στον τρίτο, μα αυτοί, όποιοι κι' αν ήταν, δεν είχαν πάρει το ασανσέρ, δεν θα προλάβαιναν να είναι στον τρίτο, ερχόμουν ακριβώς πίσω τους... Τότε πήρε το μάτι μου στην πόρτα του υπογείου ένα φως που τρεμόπαιζε. Φοβήθηκα τόσο πολύ, που ανέβηκα με τα πόδια στον δεύτερο..."
Κυττάχτηκαν όλοι μαζί. Η κυρία Αρτεμισία κάθησε:
"Ωραία... Πώς κατεβαίνω εγώ τώρα στον πρώτο..."
Και πού νάξερες την συνέχεια, σκέφτηκε ο Θεόφιλος...






Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ ! -ΝΤΙΝ ΝΤΟΝ !


...και αυτόματα σκέφτηκε οτι πάλι λάθος σε δρόμο έβαλε τη συζήτηση! Τι «χρήσιμος» και κουραφέξαλα...χρήσιμος ο Θεόφιλος είχε να φανεί σε κάποιον από τότε που πέθανε η μανούλα του και κανόνισε τα διαδικαστικά της κηδείας...αστείο πράγμα η χρησιμότης για το Θεόφιλο! Έπρεπε να πει «Τι κάνετε κα Πολυξένη? Πώς παν τα κέφια;»....

Τι κακό πράγμα αυτό με την πάρτη του! Αναποφάσιστος μόνιμα και ειδικά όταν είναι γυναίκα απέναντί του, ποτέ –αλλά πραγματικά ΠΟΤΕ- δεν είπε στον εαυτό του «μπράβο ρε μάγκα, καλά τα είπες»...είχε μια σταθερή ανασφάλεια σε σημείο που αν δεν την αισθανόταν άμεσα, ανησυχούσε...

«....κι έτσι δεν έφυγα..» κατέληξε η Πολυξένη.

«Αμάν, τι έγινε?» σκέφτηκε ο Θεόφιλος που απορροφημένος απο τις σκέψεις περί της ανασφάλειάς του, ξέχασε και το ξεβράκωμά του και σημασία δεν έδινε στην απάντηση της γειτόνισσας που είχε αρχίσει κάτι να λέει, για να καταλήξει σ’εκείνο το «κι έτσι δεν έφυγα».

«Εσείς?» συνέχισε το μαρτύριό του, αφού καλούνταν να απαντήσει σε συνέχεια αυτού που δεν είχε ακούσει. Και τι ντροπή -Θεέ μου- να της πει οτι ήταν αφηρημένος και δεν κατάλαβε τι ρώτησε. Να πάρει....
Σε μια στιγμη σκέφτηκε να ζητήσει επανάληψη από την Πολυξένη αλλά φούντωσε αυτόματα τόσο πολύ, που μάλλον κοκκίνησε ολόκληρος αφού η Πολυξένη επισήμανε μάλλον άβολα:
«Νομίζω, κύριε Θεόφιλε, ότι πραγματικά είναι ακατάλληλη η ώρα..φαίνεστε ταλαιπωρημένος...» κι έκανε να σηκωθεί από τη θέση της.

Σαν ελατήριο πετάχτηκε ο καψερός, ξεχνώντας και τα σώβρακα και τις σκέψεις του και την ακούμπησε άγαρμπα στο μπράτσο της...
«Παρακαλώ, κυρία Πολυξένη, ειλικρινά δεν ενοχλείτε, παρακαλώ καθίστε...Να, δώστε μου μόνο λίγο χρόνο για μια μικρή εκκρεμότητα που έχω...όχι πάνω από δυο λεπτά...επιστρέφω...παρακαλώ...» κι έκανε ίσα πέρα το διάδρομο του σαλονιού, φτάνοντας σχεδόν ασθμαίνοντας στην κρεββατοκάμαρά του με διπλό στόχο: να μην αφήσει χρόνο στην Πολυξένη να αντιδράσει – πρώτον- και να φορέσει στα γρήγορα ένα ρημαδοσώβρακο –δεύτερο- αφού είχε την αίσθηση οτι αυτό ευθύνονταν για όλα!!!

Βούτηξε το τυχαίο που βρήκε στο συρτάρι του, τραβολόγησε με μίσος τα μπατζάκια του παντελονιού του, τακτοποίησε με βιασύνη τα ανατομικά του «προσόντα» στο εσώρουχο και με το ίδιο μίσος και αντίστροφες κινήσεις, έδωσε τέλος στο μαρτύριο του σώβρακου.
Πιο ήρεμος και πιο κατασταλαγμένος –βρε τι σου κάνει ένα σώβρακο- ξεμύτισε από το διάδρομο πάλι στο σαλόνι, όπου η Πολυξένη μάλλον είχε εξοικιωθεί με το χώρο και είχε καθήσει άνετα στη θέση της...

«Τώρα πολύ καλύτερα» είπε ο Θεόφιλος, «Ζητώ πάλι συγγνώμη γι’αυτή τη διακοπή, αλλά πράγματι, τώρα, είμαι όλος αυτιά», πρόσθεσε, ελπίζοντας να αρχίσει νεα συζήτηση η γειτόνισσα και να μην περιμένει ακόμα απάντηση στην ερώτηση που του είχε κάνει. Οι ελπίδες του –ευτυχώς- ευωδόθηκαν...

«Θα μπω απ’ευθείας στο θέμα, κε Θεόφιλε, και ελπίζω να έχετε κι εσείς μια ιδέα που θα με βοηθούσε να καταλήξω». Ήταν πολύ σοβαρή η Πολυξένη όταν ξεστόμιζε τα παραπάνω. Στριμώχτηκε ο Θεόφιλος και ασυναίσθητα κύρτωσε την πλάτη του, μάζεψε τα χέρια του, χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε σε θέση άμυνας. Σε θέση άμυνας; Ναι, έτσι ένοιωθε...Γιατί όμως; Και η απάντηση άσχισε τι μυαλό του σαν αστραπόβροντο και ταρακούνησε τον εγκέφαλό του!

Η ματιά του μάλλον ξαναλλοιθώρισε και τα ρουθούνια του άνοιξαν για να νοιώσουν, πάλι, τη μυρωδιά από το φρεσκοσκαμμένο χώμα, που όμως του προκαλούσε ρίγος και παραζάλη. Και τον ξαναπεριποιήθηκε  η Σοφούλα και το μίνι της, και ένιωσε την κουτσουλιά που του σημάδεψε το σβέρκο και ξανάκουσαν τ’αυτιά του τον ήχο από τα σπασμένα τζάμια και ένοιωσε ένα γερό déjà vu του τελευταίου μισαώρου μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. «Γαμώτο, συμμαζέψου κωλόμυαλο, δε σε παίρνει...» πρόσταξε τον εαυτό του και το μόνο που κατάφερε ήταν να σηκώσει το βλέμμα και να αντικρύσει την Πολυξένη, μόλις να χαμηλώνει τα δικά της μάτια και να ανοίγει τα χείλη να ψελίσει:
« Πριν δυο μέρες...νύχτες δηλαδή...» Ντιν-ντον!!! Ντιν-ντον!!!